11.6.15

Ο Σετλά

Ο Σετλά, κοντοστούπης και κακομούτσουνος,  
ο περίγελως του χωριού και ο καημός της μάνας του, 
μετά το θάνατό της, με οδηγό τις συμβουλές της και
την αγαθοσύνη του, επιβιώνει από τα καψώνια και
τις δολοπλοκίες των συγχωριανών του και αναγορεύεται ευεργέτης του χωριού.

Σε μορφή ebook στο τέλος της σελίδας

22.2.15

ΘΑΛΑΜΟΣ ΑΝΙΑΤΩΝ

                             Δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό diastixo

Η Μαριάννα είναι κατάκοιτη. Στο σώμα της ανοίγουν πληγές που πονούν και βρομάνε. Αθεράπευτες πληγές και ατέλειωτος πόνος.
 Όμως σαν μια ελπίδα, σαν δυνατότητα, θέλει να φέρουν το πιάνο της να παίξει ένα ρέκβιεμ ή κάτι πολύ εύθυμο, έστω.
«Αδερφή, γιατί δεν έφεραν το πιάνο μου;»
Η νοσοκόμα δεν της απαντάει.
Η Μαριάννα ξαναρωτάει: «Αδερφή, δεν ακούς; Θέλω να φέρουν το πιάνο μου. Το πιάνο μου!»
Η νοσοκόμα πάει κοντά της και της λέει σιγά: «Σκάσε».
«Απαιτώ ευγένεια!» φωνάζει η Μαριάννα. «Απαιτώ να φέρουν το πιάνο μου».
«Εδώ είναι νοσοκομείο», λέει η νοσοκόμα, «δεν είναι αίθουσα συναυλιών...»
«Θα το συζητήσω με τον γιατρό. Ο γιατρός ξέρει τη θεραπευτική δύναμη της μουσικής».
«Για ποια θεραπεία μιλάτε; Εδώ είναι ο θάλαμος ανιάτων. Εδώ μέσα είναι τριάντα άνθρωποι κατάκοιτοι. Η μουσική τούς λείπει;»
«Θάλαμος ανιάτων;» απόρησε η Μαριάννα. «Ώστε με πέταξαν τα παιδιά μου;»
«Και οι άλλοι άνθρωποι είναι», είπε η νοσοκόμα.
«Άνθρωποι, δε λέω», είπε η Μαριάννα, «όμως εγώ είμαι καθηγήτρια του πιάνου, είμαι τραγουδίστρια, εγώ δίδαξα μουσική σε πολλούς νέους. Γιατί δεν φέρνουν το πιάνο μου;»
«Γιατί εδώ είναι ο θάλαμος ανιάτων», είπε η νοσοκόμα.
«Αδερφή, είμαι γιομάτη πληγές – ξέρεις ποιος με πλήγωσε; Δεν θυμάμαι να με χτύπησαν, να με πυροβόλησαν... Δεν θυμάμαι πώς έγιναν όλα. Αδερφή, βάλε μια κουλούρα στη μέση μου. Δε με λυπάσαι, αδερφή;»
«Σας έβαλα μαξιλάρι», είπε η νοσοκόμα.
«Αδερφή, πονάω! Αδερφή!»
«Θα περάσει ο γιατρός και του λέτε πού πονάτε».
«Φρίκη!» είπε η Μαριάννα. «Όλη τη νύχτα βρόμαγαν τα πόδια κάποιου. Ευτυχώς εγώ δεν βρομάω... όμως η βρόμα έβγαινε από το κρεβάτι μου. Είχατε βάλει κάποιον στο κρεβάτι μου; Βρόμαγε σαν πτώμα. Βάλατε στο κρεβάτι μου ένα πτώμα! Όλη τη νύχτα βρόμα, δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Και το φεγγάρι γιόμισε πληγές – βρόμαγε και το φεγγάρι... Αδερφή, γύρισέ με στο πλάι. Πονάω, αδερφή!»
«Τώρα θα πιείτε το τσάι σας», είπε η αδερφή.
Χάρηκε η Μαριάννα. «Θα πιω το τσάι μου... Με λίγο γάλα, παρακαλώ. Αδερφή, τη ρόμπα μου να σηκωθώ. Θα πιω το τσάι μου στο τραπέζι... Τις γαλάζιες παντοφλίτσες μου, παρακαλώ... Αδερφή, τη ρόμπα μου, τις παντοφλίτσες μου... Αδερφή, βοήθησέ με να σηκωθώ. Δεν ακούς, αδερφή; Θα πιω το τσάι μου στο τραπέζι!»
«Κυρία Μαριάννα, θα πιείτε το τσάι σας στο κρεβάτι, έχω δέσει τις πληγές σας. Αν σηκωθείτε, θα λυθούν οι επίδεσμοι και θα χυθείτε...»
«Αδερφή, με τρομοκρατείς, θα διαμαρτυρηθώ...»
«Σε ποιον;» είπε σαρκαστικά η νοσοκόμα.
«Στον οικογενειακό μου ιατρόν».
«Ας έρθει ο οικογενειακός σας ιατρός να σας σηκώσει εκείνος... Παλιόγρια, θα πιεις το τσάι σου;»
Η Μαριάννα κλαίει σιγά και λέει σιγά: 
«Με τα δάκρυα θα εκτονωθώ. Και ευτυχώς που δεν βάφτηκα ακόμα... Ευτυχώς που δεν έβαψα τα μάτια μου ακόμα...»
«Θα πιεις το τσάι σου;» είπε η νοσοκόμα θυμωμένη.
«Αδερφή», είπε η Μαριάννα, «είσαι πολύ σκληρή».
«Κυρία Μαριάννα, εσύ είσαι σκληρή που σαπίζεις ζωντανή. Σεις όλοι δω μέσα οι κατάκοιτοι που σαπίζουτε. Και να κάνουτε ό,τι σας λέω!»
Η Μαριάννα απτόητη. «Και τι ξέρεις εσύ τι πρέπει να κάνω εγώ; Τι ξέρεις;»
«Εγώ», λέει η νοσοκόμα, «ξέρω πως πρέπει να πιεις το τσάι σου, αν θέλεις να ζήσεις καμιά μέρα ακόμα».
«Και πού είναι γραμμένο πως με ένα τσάι μπορείς να ζεις μια μέρα;»
«Αν δεν πιεις το τσάι σου, θα το δώσω στο άλλο κρεβάτι», είπε η νοσοκόμα.
«Και φταίω εγώ, παιδί μου, που αρρώστησα; Φταίω εγώ;»
«Και ποιος φταίει;» ρώτησε η νοσοκόμα. «Σεις φταίτε! Η δική σας σάρκα λιώνει και βρομάει».
«Αδερφή, μου δίνετε την πούντρα μου;»
«Αργότερα», είπε η νοσοκόμα. «Τώρα μοιράζω το τσάι».
«Φοβάμαι», είπε σιγά η Μαριάννα. «Αδερφή, φοβάμαι...»
«Τι φοβάσαι;» είπε η νοσοκόμα. «Τον ύπνο φοβάσαι;»
«Ύπνος είναι; Ώστε ύπνος... ύπνος... ε, λοιπόν όλη νύχτα δεν έκλεισα μάτι. Δεν ήρθες να μου αλλάξεις τις γάζες, να με πλύνεις λιγάκι...»
«Αυτό έπρεπε να το κάνει η νυχτερινή, γιατί δεν της φωνάξατε;»
«Όλη τη νύχτα φωνάζαμε... Πόσοι είπες είμαστε, τριάντα δεν είπες;»
«Τριάντα είπα. Οι είκοσι πέντε είναι γέροι-γέροι και οι πέντε μεσήλικες».
«Ναι», λέει η Μαριάννα, «αυτοί οι νέοι βλαστήμαγαν όλη τη νύχτα. Τόσο φώναζαν, που είπα θα σηκωθούν και θα τα σπάσουν όλα».
Η νοσοκόμα γέλασε. «Όλοι εδώ μέσα είναι κατάκοιτοι, πώς να σηκωθούν; Αν μπορούσαν να σηκωθούν, δεν θα έβαζαν τριάντα ανθρώπους σε έναν θάλαμο! Θα πρόσεχαν οι Διοικήσεις!»
Τριάντα φωνές πονεμένες: «Μας βασανίζουν οι Διοικήσεις! Μας βασανίζουν οι Διοικήσεις! Όταν είσαι αδύναμος, όλο και κάποια Διοίκηση σε αρπάζει απ' τον λαιμό. Οι Διοικήσεις μάς βασανίζουν!»
Η νοσοκόμα έτρεξε να φέρει τον γιατρό. Οι κατάκοιτοι προσπαθούσαν να σηκωθούν και η βρόμα στον θάλαμο αυξήθηκε. Και οι ίδιοι που βρόμαγαν δεν άντεχαν και φώναζαν: 
«Μας βασανίζουν τα Διοικητήρια!»
Η Μαριάννα φώναζε πιο δυνατά από όλους: «Οι Διοικήσεις δεν επιτρέπουν να φέρουν το πιάνο μου. Θέλω να φέρουν το πιάνο μου να παίξω ένα ρέκβιεμ για όλους. Και μετά κάτι πολύ χαρούμενο για την αγάπη του καθένα».
Οι κατάκοιτοι όλοι: «Να φέρουν το πιάνο να παίξει η Μαριάννα. Το πιάνο! Να τραγουδήσει η Μαριάννα!»
Στον θάλαμο μπήκε ο γιατρός και είπε: «Ησυχία!»
Ο γιατρός φορεί μάσκα και κίτρινα λαστιχένια γάντια.
Η Μαριάννα γελάει. «Συγγνώμη, γιατρέ, κατάδυση θα κάνετε; Απ' όσο θυμάμαι...»
«Μην ενοχλείτε τον γιατρό!» τη διακόπτει η νοσοκόμα. «Ο γιατρός θέλει ησυχία να σας εξετάσει». Και λέει μέσα της: Κι εγώ πρέπει να φορέσω μάσκα. Και οι κατάκοιτοι να φορέσουν μάσκες. Όλοι να φορέσουμε μάσκες.
Η Μαριάννα απλώνει το χέρι της για χειραψία στον γιατρό, ο γιατρός κάνει πως δεν καταλαβαίνει, η Μαριάννα κλαίει σιγά. Η νοσοκόμα ξεσκεπάζει τη Μαριάννα, ο γιατρός κοιτάζει το πληγιασμένο σώμα.
«Σκέπασέ τη», λέει στη νοσοκόμα.
Η νοσοκόμα τη σκεπάζει με το βρόμικο σεντόνι.
«Γιατρέ, πώς με βλέπετε;» ρώτησε η Μαριάννα με κάποιο λυγμό.
«Καλά, καλά, όλα θα πάνε καλά», είπε ο γιατρός.
«Θα πεθάνω, γιατρέ;»
«Δεν είπα κάτι τέτοιο...»
«Οι πληγές μου βρομάνε. Γιατί βρομάνε;»
«Φυσική κατάσταση», είπε αδιάφορα ο γιατρός.
«Γιατί δεν με θεραπεύετε, γιατρέ; Δεν υπάρχουν φάρμακα για μας;» είπε με παράπονο η Μαριάννα.
«Τη θεραπεία την ορίζει ο γιατρός», είπε η νοσοκόμα. «Κοιμήσου!»
«Ο άρρωστος θέλει να θεραπευτεί», ανταπάντησε η Μαριάννα. 
«Χωρίς φάρμακα, πώς θα γίνω καλά;»
«Κάποτε δεν υπάρχουν φάρμακα», είπε η νοσοκόμα.
«Ανίατη αρρώστια δεν υπάρχει, γιατί με εγκαταλείπουν;» φωνάζει η Μαριάννα. 
«Θέλω να φέρουν το πιάνο μου... Θέλουμε ψυχαγωγία!»
Και σα να ήταν το σύνθημα της εποχής, οι ανίατοι φώναζαν: 
«Θέλουμε ψυχαγωγία! Ψυχαγωγία!»

17.9.14

ΔΕΡΜΑΤΑ

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θράκα 


Πουλάμε δέρματα, εδώ  τα  δέρματα !
Δέρματα  άσπρα,  κίτρινα,  μαύρα  και  καστανά,  σε  όλα  τα  χρώματα  κυρίες  και  κύριοι …Περάστε – Περάστε !!  Κοιτάτε  αυτό  είναι  το  νούμερό  σας.
Δοκιμάστε  το,  κοιταχτείτε  στον  καθρέφτη …
Κυρίες  και  κύριοι,  βγάζετε  το  παλιό  σας  δέρμα  και αγοράζετε  καινούργιο.  Χωρίς  ρυτίδες   και  δερματοπάθειες  τα  δέρματά  μας.  Τα  φοράτε  και  ξανανοιώνουτε,  κυρίες  και  κύριοι…
Πετάτε  τις  ρυτίδες  από  πάνω  σας.  Ένα  νεανικό  δέρμα  χαρίζει  υγεία,  ομορφιά  και  αισιοδοξία.
Ακριβά;  μα  τι  λέτε;
Πετάτε  τις  ρυτίδες, πετάτε  τη  στενοχώρια !
Το  περπάτημά  σας  θα  γίνει  γρήγορο  και σταθερό με  καινούργιο  δέρμα.  Αν  θέλετε  δεν  φοράτε  παπούτσια. Οι  πατούσες  έχουν  αρκετό  πάχος, δεν  τις  περνάει  ούτε  ζέστη  ούτε  κρύο. Και  το  σπουδαιότερο  χωρίς  υπερκεράτωση.
Αλλάχτε  το  δέρμα  σας  κυρίες  και  κύριοι,  αγοράστε  καινούργιο  δέρμα.  Η  νιότη  κυρίες  και  κύριοι  αρχίζει  από  το  δέρμα.  Σε  φρέσκο  δέρμα  λάμπει  η  ματιά  και  ο  λαιμός  χωρίς  αποχρωματισμούς  και  τις  διπλές  ρυτίδες.
Πουλάμε  δέρματα  ολόκληρα  απ’  το  κεφάλι  ως  τα  νύχια.
Ντύστε το  σώμα  σας  με  δέρμα  δροσερό  και  απαλό  σα  βελούδο.  Διαλέχτε  την  ομορφιά  σας!  Η  νιότη  είναι  η  ωραία  ζωή,  διαλέχτε  τη  νιότη  σας  !!!
Για όλα  τα  γούστα  δέρματα !
Για  όλα  τα  μεγέθη  η  αναγέννηση !
Όποιος  έχει  το  θάρρος  της  αλλαγής  να  προχωρήσει.
Η  Πρωτοπορία,  εμπρός  η  Πρωτοπορία !!!
- Το  πράμα  θέλει  σκέψη.  Αν  με  σφίγγει  αυτό  το  δέρμα; Αν  είναι  φαρδύ  και  πλαδαρό  περισσότερο; Το  πράγμα  θέλει μέτρημα.
-  Κύριε έμπορα αλλάζουν και οι βλεννογόνοι;
-  Μάλιστα,  αλλάζουν  και  οι  βλεννογόνοι! Στα  κεντρικά  καταστήματά  μας αλλάζουν  και  τα  σπλάχνα. Εκ  βαθέων το  γήρας  κυρίες  και  κύριοι. Αλλάζουν  και  οι  αδένες.
-  Και  τα  σπλάχνα  και  οι  αδένες, είπατε;  θέλει  σκέψη το  πράμα,  θέλει  απόφαση. Κι’ αν  δεν  πετύχει  η  συναρμογή,  τι  γίνεται;  με  μισό  κεφάλι  ε;  Το  θαύμα  κατάντησε  σοβαρό…
Και  ένας  αποφασιστικός
« να  έχεις  λεφτά να  αγοράσεις  δέκα  σώματα  τώρα  που  τα  βρίσκεις,  για  ρεζέρβα. Αμ τι; » 

31.3.14

Καρχαρίας Θύμα

Δημοσιευμένο στο περιοδικό  η λέξη 
τον Αύγουστο του 1983

O Καρχαρίας στους βυθούς και στα λιμάνια κόβει και καταπίνει
Αυτός ματώνει τη θάλασσα
Αυτός στη στεριά μπαίνει στην ασυγχώρετη αλλοίωση Και
μουγκρίζει ή τηλεοπτική κολυμπήθρα. Έτσι που τρέμει
Λες περίπου
Και ήρεμα
Θύμα

Δεν είναι φιλόδοξος  Είναι επικίνδυνος των συνόλων Απρεπής και ελεεινός
και ως παμφάγος ιστορείται απ' τη μαρίδα και το ψαρομάνι.
Τι χρειάζεται και τούτο το θερίο! Γιατί είναι στον κόσμο φόβος και
τρόμος κατά δύναμη Γλυτώνεις και συζείς στο επικίνδυνο νησάκι
Και μέχρι
Θύμα

Οι μύθοι Ελληνικοί κολλάνε στα στοιχειά Ενανθρωπίζονται και
στις ιδιότητες
Καρχαρίας
Θύμα
Κινδυνεύουν και λαλούν και υποπτεύονται
την άλλη μέρα
Όχι σα μέτρημα ή χτες
Είναι πολλά τα βάσανα
Γυρνάνε με τη βούληση Και αναπάντεχα
Σε ώρες θαλασσιές γλυκειά μου ύπαρξη
Μαστίζεται και η ωραιότητα των χρωμάτων
Είναι ύλη λεπτή και από διάφανο
Σχήματα του αέρα

Όνομα κληρονομικό και από πάθος
Θύμα
Αισθήματα μισά θλιμμένα
Πολλές φορές κι ακόμα μία
Θύμα
Κλαίμε τα θύματα
Θύμα το θύμα

Το ετερόφωτο σε επιφάνεια καθρέφτη Με εγκοπές και σε ίσκιους
Δεν επιτρέπεται να κλαις παρά μόνο το θάνατο αγαπημένων
Κλαις και με θυμό
Δεν την ορίζεις τη ζωή σου
Θύμα της ζωής

Η δράση έχει και την ενόραση για τις ατομικές συνήθειες
Έχει ένα βυθό αναμένοντα το άνιωθο Και όχι κατά την απάτη της
νύχτας
Δια παντός Σφραγίζονται από βάρος τα μάτια και κλείνουν
Άλλα δεν προλαβαίνουν Μένουν ανοιχτά και παγωμένα

Δεν είναι από λέξη
Θύμα
Και μια κραυγή
Είναι χώρισμα και σκοτεινή χαράδρα Αλλά μέσα στο σώμα
βογγάει η ηχώ του γκρεμού Σιγά που δεν ακούγεται Και μεγαλώνει
όπως το
Θύμα

Γεννιούνται Δίδυμα αυτά και κολλημένα
εν είδει
Καρχαρίας
Θύμα

Ονόματα παλιά όπως Χώμα
Χιόνι

13.3.14

Βραδιά Ποίησης - Παρουσίαση Βιβλίου

Το Σάββατο 15 Μαρτίου, στις 8 μ.μ.
στο βιβλιοκαφέ Έναστρον (Σόλωνος 101, Αθήνα)
η Λέσχη Πολιτισμού «Έναστρον»
και οι εκδόσεις Μεταίχμιο
διοργανώνουν βραδιά ποίησης
Θα παρουσιαστεί το νέο ποιητικό βιβλίο
Ποιητών και Αγίων Πάντων
 της
Γιώτας Αργυροπούλου

θα μιΛήσει ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας
Η Ανθούλα Δανιήλ, δρ Ν.Ε.Φιλολογίας,
θα παρουσιάσει το 6ο τεύχος του περιοδικού Σίσυφος
που είναι αφιέρωμένο στην ποιήτρια
Ποιήματα της Γιώτας Αργυροπούλου
θα διαβάσει η Νόρα Πολυδούρη

Τη βραδιά θα πλαισιώσουν μουσικά
οι Στέλιος Γκρέκας, Ιωάννα Καλλέργη,
Ανδρέας Καλλέργης, Κωνσταντίνος Σπυρόπουλος

Η πρόσκληση έχει ενσωματωθεί παρακάτω. Μπορείτε να την κατεβάσετε με κλικ στο βέλος

7.3.14

Πως Νάτανε ο Κόσμος

Δημοσιευμένο στο περιοδικό 
 η λέξη τον Αύγουστο του 1983

Με τα νοήματα ρωτάω
πως νάτανε αυτός ο κόσμος
πριν να πέσει
πως νάτανε ο κόσμος
πριν να γκρεμιστεί
σε τόσα ερείπια βουνά
σε τόσα ερείπια θάλασσες
Κι αν είναι ο γκρεμός του επαρκής
ή αν γκρεμίζεται ακόμα
Ποιος δραπετεύει στους γκρεμούς του
ποιος υψώνει
τοιχώματα προφύλαξης τις συντριβές του
για να περάσει παραμέσα απ' τον αχό
απ' τον αντίλαλο στο νύχι

Ίσως το μάταιο να έσκασε
για να γιομίσει κάθε άδειο
για να γιομίσουν όστρακα νεκρά
με υπερούσιους κόκκους άμμο
για να γιομίσουνε τα μάτια ματαιότητα
και υπερπέραν
Ίσως το φως να έσπασε τον κόσμο
για να φωτίσει στα ερείπια
το χρώμα των αιώνων
Το άσπρο μαύρο κόκκινο
τη διάχυτη αλληλουχία των σωμάτων
τόσα τερπνά ερειπωμένα

Πως νάτανε αυτός ο κόσμος
πριν να πέσει
πως νάτανε ο κόσμος
πριν να γκρεμιστεί
σε τόσα ερείπια θαύματα
σε τόσα ερείπια μάτια
τι σχήμα να του δίνουν τα πουλιά
με τις απόλυτες φωνές τους
τι σχήμα πήρε ο κόσμος
στη στερνή σου την πνοή

Κάθομαι πάνω στα οστά μου
τα μέγιστα ερείπια
Άνοδος
Κάθοδος
Ψόφια φτερά
της μαύρης κότας
παίζουν σβούρα
τον πλησιάζοντα όγκο
Όχι μη φας το άδειο κρανίο
και μάθεις
Ό,τι σου τύχει είναι του χεριού σου
κατά πως έπεσε το κόκκαλο
η δόξα

1.3.14

Στις Αγάπες του Μάρτη

Δημοσιευμένο στο περιοδικό
 η λέξη τον Αύγουστο του 1983


Ήταν στα χαμηλά πεσμένος ο αιθέρας, πάνω στα χορτάρια ήταν ο αιθέρας και στα φτερά του έρωτα άλλαζε τα χρώματα προς το πολύ ωραίο.
Ήταν τα λουλούδια του αιθέρα σπαρμένα στα ουράνια και τρελά πουλάκια κελάηδαγαν και όριζαν τα δέντρα φύλλα και άνθη.
Άνθιζαν οι πασχαλιές πολύ ευωδιαστά λουλούδια και πεταλούδες πολύχρωμες από λουλούδια και μέλισσες και έντομα συνωθούνταν στη μουσική του ήλιου. Και ήταν γοητευτικά να βλέπεις και να ακούς και να αισθάνεσαι την άνοιξη και τη νιότη. Γιατί ήταν ό αιθέρας και ο ουρανός στο μέγιστο γαλάζιος και πολλά τα κόκκινα και τα άσπρα και τα κίτρινα και τα πράσινα και ανθισμένα τα χώματα.
Όλα είχανε λουλούδια, όλα είχανε ουρανό, όλα είχανε αιθέρα απ' τις πνοές των αρωμάτων.
Περπατάγαμε πάνω στα άνθη, στολισμένοι με τα άνθη. Ο ορίζοντας ομοίαζε με το φως και ανασαίναμε την ευτυχία των ζώντων. Και έρρεαν τα νερά σε μικρά ποταμάκια και γίνονταν αιθέρας τα νερά κατά τη συνέχεια των ενώσεων, σε κύματα γιορταστικά των ελκομένων.
Όλα εκεί πέρα σου χάριζαν την ομορφιά τους και ήταν πολύ θελκτικός ο Μάρτης και δεν ημπόραγες να φύγεις. Γιατί ήταν ο Μάρτης ο νεότερος των λουλουδιών και των κρίνων. Και ήταν τα πλάσματα αλαφρά και ωραία και ερωτευμένα το ένα με το άλλο.
Και τα μάτια και τα φτερά ήταν ερωτευμένα και το στόμα φιλιόταν με το άλλο στόμα και δεν ημπόραγες με λόγια να εκφράσεις τον έρωτα. Ήταν μεγάλη η έλξη των εραστών και τα κορμιά ποθούσαν και σμίγαν. 
Όλα εκεί πέρα αγαπιόνταν γιατί ήταν ζεστή-ρευστή η ώρα και ήταν η ώρα ερωτική.