23.2.14

Το Βραβείο

Δημοσιιεύτηκε στο ψηφιακό περιοδικό ΔΙΑΣΤΙΧΟ

Η γελάδα του Σταμάτη, αν ήξερε πως θα πάρει το πρώτο βραβείο, δε θα παρουσιαζόταν στην επιτροπή. Και αυτό δεν είναι σίγουρο, γιατί εδώ που τα λέμε, αρνιέσαι όταν σου περνάει. 
Όταν είσαι δεμένος με αλυσίδα και καπιστράνα, όταν σε τραβάει ο άλλος και μπορεί και σε χτυπάει με τον βούρδουλα, πας όπου σου λέει. Ακόμα και στα σφαγεία να πήγαινε ο Σταμάτης τη γελάδα του, θα τον ακολουθούσε.
Κι αν καταλάβαινε τι την περιμένει και έκοβε τον χαλκά και το 'βανε στα πόδια, θα πέθαινε μια ώρα αρχύτερα, πυροβολημένη για λιποταξία....
Κάποτε η μάνα μου έβρισε κάποιον και τον είπε γουρούνι.
«Κρατείς το μαχαίρι να το σφάξεις», έλεγε, «και κείνο πέφτει στο καδί να φάει πίτουρα...» Έλα τώρα, πού ξέρει ένα γουρούνι από σφαγή; Και πού να φανταστεί πως εκείνος που το τάιζε στο στόμα όταν ήταν μικρούλι, που του έξυνε τη ράχη του χαϊδευτικά, θα το σκοτώσει να το φάει... 
Και δεν μπορεί κανείς να με βεβαιώσει πως η γελάδα του Σταμάτη, που τη λένε Κοκκίνω, της αρέσει να οργώνει, αυτό το πάει κι έλα και να τραβάει αλέτρι. Αν και το αλέτρι δεν είναι όπως ο αραμπάς, που τράβαγαν οι προγονοί της. Φόρτωναν τον αραμπά είκοσι και περισσότερα σακιά σταφίδα και σύκα, και τα πήγαιναν στην πόλη να τα πουλήσουν. Άλλο φόρτωμα στον γυρισμό, τα ίδια σακιά γιομάτα αλεύρι και πίτουρα. Και σε τι δρόμο! Μόλις και χώραγες να περάσεις, βάτα, φραγκοσυκιές και λακκούβες. Σ' αυτές τις λακκούβες ανεβοκατέβαινε η ρόδα, τρανταζόταν ολόκληρος ο αραμπάς και σου βγαίναν τα συκώτια. Ο μπουχός σού στράβωνε τα μάτια το καλοκαίρι και η λάσπη τον χειμώνα μέχρι το γόνα. Και αν κόλλαγε ο αραμπάς, ώρες προσπάθεια να ξεκολλήσει, βρισιές και ξύλο από πάνω.
Μα και άνθρωπος να είσαι δουλεύεις, κι ας είναι η δουλειά καταναγκασμός. Τι να κάνουμε, πάει ο καιρός που άπλωνες το χέρι και το έφερνες γιομάτο στο στόμα. Τώρα πρέπει να ιδρώσεις να βγάλεις το ψωμάκι σου και να δουλεύεις οχτώ και δέκα ώρες την ημέρα, παρακαλώ.
Μα όταν οι μηχανές πάρουν τη σωστή τους θέση, θα δουλεύουν κείνες για τον άνθρωπο. Αυτή είναι ζωή!
Η Κοκκίνω στο όργωμα ήταν άφταστη. Δυνατή και σβέλτη τη βλέπαν και την καμάρωναν. Ήταν γελάδα εξαιρετική και υπάκουη. Έκανε τη δουλειά της υπεύθυνα. Και αυτό δείχνει πως ο Σταμάτης τη δασκάλεψε καλά. Όταν οι άλλοι οργώνουν, φωνάζουν και πληγώνουν με τη φκιέντρα τα βόδια τους.
Αλλά ο Σταμάτης ούτε φώναζε, ούτε χτύπαγε τις γελάδες του.
Ήξερε να κουμαντάρει τα ζωντανά του. Μετά δυο ώρες πάει κι έλα, σταμάταγε το όργωμα να ξεκουραστούν. Έτρωγε ο Σταμάτης, τρώγαν και οι γελάδες. Και ο στάβλος μεγάλος και καθαρός. Η Κοκκίνω και η Μαύρη σε χωριστά δωμάτια καθεμιά σαν τσυρίες του κόσμου, όπως έλεγε ένας ταξικός ποιητής...
Ο αναγνώστης θα συμφώνησε με την επιτροπή, ότι άξιζε η Κοκκίνω και γι' αυτό της δώσαν το πρώτο βραβείο. Φυσικά και μετά τη βράβευση, η Κοκκίνω ήταν μια γελάδα όμοια με τις άλλες που δε βραβεύτηκαν, ήταν όμως παράδειγμα για μίμηση.
Με τη βράβευση της Κοκκίνως βραβεύτηκε και ο Σταμάτης.
Και αυτό σωστό. Γιατί αν δώσεις την Κοκκίνω σε άλλα χέρια, σε λιγότερο από έξι μήνες θα χαλάσει. Η κακομεταχείριση θα την κάνει οκνή και νευρικιά.
Aν ήξερε η Κοκκίνω πως θα βραβευόταν και, όπως είπαμε, αν μπορούσε να διαλέξει, δε θα δεχόταν το βραβείο. Και αυτό γιατί κάποιος της επιτροπής τής κόλλησε μια στάμπα στο δεξί της κωλομέρι, που αν την έβλεπε θα έκλαιγε που της χάλασαν τα οπίσθιά της. Να είσαι μαρκαρισμένος, ξέρεις τι σημαίνει; Προκαλεί στον άλλο φόβο και αηδία.
Ύστερα, αν ο ταύρος που συναντώνται μία φορά τον χρόνο έβλεπε τη στάμπα, πώς θα το 'παιρνε; Θα ένιωθε θαυμασμό, έλξη ή αποστροφή; Και δεν πρέπει κανένας να αμελεί τα ερωτικά του και την εμφάνισή του... Βέβαια η άσπρη βούλα που είχε στο μέτωπό της σαν αχτιδωτό αστέρι τον τρέλαινε και τον νταβράντιζε τον ταύρο. Και δε βακχευόταν έτσι απλά, της έκανε χίλια χάδια. Της έλεγε ερωτόλογα! Τη φίληγε στο στόμα. Στεκόταν πλάι της και χάιδευε το μάγουλό της με το μάγουλό του... Στις άλλες γελάδες δεν έδινε σημασία, αν ήταν μπροστά η Κοκκίνω.
Και όλα αυτά κινδυνεύει να τα χάσει με κείνη τη στάμπα!
Αν ήξερε η Κοκκίνω τι θα πάθαινε με κείνο το βραβείο, θα έκανε την άρρωστη και δε θα πήγαινε στην επιτροπή. Αλλά μια γελάδα δεν ξέρει τη δύναμή της, ακόμα και ένα παιδάκι την τραβάει και τη δένει όπου θέλει.
Για το έρμο το φαΐ η Κοκκίνω σκλαβώθηκε και για τη συντροφιά. Και πού να τρέχει στα βουνά και να αγριεύει.
Και αν τη σφάξουν και τη φάνε; Ε, όλοι από κάτι πεθαίνουν...
Η Κοκκίνω απ' την ανθρώπινη γλώσσα μόνο το όνομά της ήξερε. Όταν τη φώναζε ο Σταμάτης «Κοκκίνω», σήκωνε το κεφάλι της και περίμενε οδηγίες. Καταλάβαινε πως κάτι έπρεπε να κάνει, ή να γυρίσει ή να σταματήσει ή να προχωρήσει πιο γρήγορα ή πιο αργά.
Έτσι, η Κοκκίνω, όταν ο Σταμάτης τής είπε «πάμε», τον ακολούθησε χωρίς να ξέρει πως την πάει στον ταύρο. Φαντάσου! Να 'χεις έναν χρόνο να ιδείς τον εραστή σου και να μην κάνεις ούτε μπάνιο, ούτε να αρωματιστείς για την περίπτωση, ούτε να μάθεις και κανένα τραγουδάκι... Σε παίρνει ο άλλος και σε πάει δεμένη και στα γρήγορα! Γελαδίσια ζωή! Δεν ξέρεις τι σου γίνεται!
Και η Κοκκίνω δεν ήξερε πως ο Σταμάτης περηφανεύτηκε δυο φορές για λογαριασμό της. Έλεγε ο Σταμάτης: «Η Κοκκίνω πήρε το βραβείο γιατί κάθε χρόνο γεννάει δύο μοσχάρια και έτσι αυξάνει την παραγωγή σε κρέας. Και ο ταύρος είναι ερωτευμένος με την Κοκκίνω. Όταν τη βλέπει καμιά άλλη γελάδα δεν κοιτάει».
Ο Κώστας, που πήγαινε να σκάσει που δεν πήρε βραβείο η δική του γελάδα, φώναξε έξαλλος στον Σταμάτη: «Τι λες ρε! Η Κοκκίνω πιο σέξι απ' τη δική μου γελάδα, πιο σέξι απ' την Μπρούσκα; Της Μπρούσκας τα καπούλια θα τα ανέβαινε και ο Δίας! Τώρα κιόλας, θα πάμε την Μπρούσκα και την Κοκκίνω στον ταύρο και θα ιδούμε ποια του αρέσει. Ελάτε και σεις για μάρτυρες», είπε στους άλλους.
Αν ήξερε η Κοκκίνω τι θα πάθαινε με κείνο το βραβείο, θα πήγαινε στο ινστιτούτο καλλονής, να της βγάλουν τη στάμπα απ' το κωλομέρι της.
Άσε πια που όλες οι γελάδες την εχθρεύονται...
Η Κοκκίνω, όμως, μπορεί να τους τα ειπεί έξω απ' τα δόντια: «Γιατί, κυρίες μου, τι σας πήρα; Βραβεύτηκα γιατί άξιζα».
Στα καλλιστεία, ο ταύρος θα διαλέξει την ωραιότερη!
Πλάι πλάι στέκονται η Κοκκίνω με την Μπρούσκα. Αλλά ο ταύρος δε δίνει καμιά σημασία στην Μπρούσκα, ούτε «χαίρετε, τι κάνετε;» δεν της είπε. Αγκάλιασε την Κοκκίνω τρυφερά και τη φίλησε στο στόμα, ευτυχισμένος που επιτέλους, έναν χρόνο μετά, η Κοκκίνω ήταν πάλι σε ερωτικό οργασμό.
0 Σταμάτης καμαρώνει περήφανος που η Κοκκίνω κερδίζει και στον έρωτα, αυτό ήταν φανερό.
Αλλά δεν πρόλαβε να πολυχαρεί. Ο ταύρος είδε τις χάντρες στο κούτελο της Κοκκίνως και κιτρίνισε. Ύστερα γύριζε γύρω της και διάβασε τη στάμπα στο δεξί της κωλομέρι: «ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΓΕΛΑΔΩΝ/29 ΙΟΥΝΗ κτλ.»
Ό ταύρος μούγκρισε δυνατά και είπε άγρια στην Κοκκίνω: «Κοκκίνω, με απάτησες, ψεύτρα!»
Η Κοκκίνω ταράχτηκε. Με τη δύναμη όμως που έχουν οι αθώοι, τον κοίταξε στα μάτια και του είπε με σθένος: «Δεν πηδήθηκα! Το βραβείο το πήρα με τα προσόντα μου».
Τι λέμε, τώρα! Κρατιέται με τέτοια ένας ταύρος;
Ξεκούμπωσε το παντελόνι του και λέει στην Μπρούσκα: «Σήκω την ουρά σου, είμαι βιαστικός».
Ο Κώστας γελάει πανευτυχής. Στρίβει το μουστάκι του και λέει του Σταμάτη: «Η Μπρούσκα είναι γελάδα! Στο σεξ δεν τη φτάνει καμιά!»
Ο Σταμάτης πάει να σκάσει. Αυτή την προσβολή που έκανε ο ταύρος στην Κοκκίνω την πήρε προσωπική του, σάμπως ο ταύρος να αρνήθηκε τον ερωτά του, σε κείνον!
Και είπε στον Κώστα που καμάρωνε: «Από τέτοιο βόδι, κανένας δεν περιμένει βραβεία και σωστή κρίση».
Ο ταύρος δαγκώθηκε που η κοινή γνώμη τον παίρνει σαν το όποιο παλιόβοϊδο και ενώ έβγανε το μπατζάκι του παντελονιού του, το ξαναφόρεσε και παράτησε την Μπρούσκα που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και τον περίμενε λιγωμένη.
«Δε μου κάνεις», της είπε αδιάφορα.
Και γονατίζει μπροστά στην Κοκκίνω και χτύπαγε το κεφάλι του και της έλεγε: «Κοκκίνω, αγάπη μου, συγχώρα με».
Η Κοκκίνω του χάιδευε το κεφάλι και ήταν έτοιμη να τον αγκαλιάσει και να τον σηκώσει, όταν ο Σταμάτης της έβαλε τη φωνή: «Κοκκίνω, ου! Κράτα την αξιοπρέπειά σου». Και την πήρε με το σκοινί και έφυγαν.
Η Κοκκίνω έκλαιγε και αναστέναζε – γελαδίσια ζωή! Σε πάνε όπου θέλουν...
Ο Σταμάτης σαν καλός άνθρωπος τη λυπήθηκε και της εξήγησε: «Αν σ' αγαπάει αληθινά, αυτός ο μούργος θα 'ρθει να σε ζητήσει επίσημα. Για απόψε, άσ' τον να καίγεται».
Με λυγμούς, η Κοκκίνω τού είπε: «Θείε Σταμάτη, σε μας τις γελάδες έγινε αδικία! Μόνο μια φορά τον χρόνο κάνουμε έρωτα. Οι άνθρωποι όμως και τα κοκόρια, κάθε μέρα και πολλές φορές... Και εγώ έχασα τη φορά μου, γιατί οι άνθρωποι μπήκαν στην ιδιωτική μου ζωή και με σταμπάρισαν». 
Και φώναξε φωνή μεγάλη: «Μουουου! Μουουου!»

4.2.14

Κριτική Γιώτας Αργυροπούλου για την ποιητική συλλογή Ο ΑΙΟΛΟΣ

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της Καλαμάτας (1.2.2014)


Μαρίας Καρδαρά, Ο ΑΙΟΛΟΣ ( Ποίηση )
 Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2013
Αντί κριτικής
                                                                                                                  Καλαμάτα, Κυριακή 26.1.2014

Αγαπημένη μου εν ποιήσει φίλη Μαρία Καρδαρά,
(που απαθανατίστηκες τη μέρα της απελευθέρωσης στο Σύνταγμα  μ΄ ένα κλαδί ελιάς στο χέρι, τη λευτεριά του τόπου τούτου να γιορτάσεις)

σήμερα έπιασα και διάβασα την συλλογή σου « Ο Αίολος » εκ νέου. Δεν μου αρέσει να  γράφω στη γλώσσα της κριτικής, αλλά μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση, ένιωσα την ανάγκη να σου γράψω δυο λόγια απλά κι ατεκμηρίωτα.

     Η ποίησή σου κρουνός κι αυτή τη φορά από «φτερούγα ξυραφιού στην καρδιά» σου, ψάχνει θαρρείς να ποτίσει την πιο βαθιά ρίζα της Ελλάδας μας, να την κρατήσει ζωντανή τώρα που πάει να λιποψυχήσει. Nα μας θυμίσει πως
    «έγιναν οι Έλληνες συνώνυμοι
     των θρύλων και των ουρανών
                             μ΄ εκείνη την απόδραση στο φως».
   
      Έκλεισες  μέσα στην ψυχή  σου την Ελλάδα (του ποιητή παρότρυνση  – αλλά και χωρίς αυτήν το ίδιο θα έκανες) , και σαν  αντίδωρο το μεγαλείο που αισθάνθηκες  μας το μοιράζεις στίχο-στίχο.

    Οι στίχοι σου ξεκινούν από το αρχέτυπο, το κοσμογονικό, το μυθικό, το άχρονο κι εξακτινώνονται στο συμπαντικό παρόν μας, στα  κ ο σ μ ή μ α τ α   όλα του πλανήτη μας και τις πληγές του. 
Η ποίησή σου, ρωμαλέα, μεγαλόπνοη, φανερώνει γερά, κατάγερα ποιητικά πνευμόνια ( κι ας υστερούν τα φυσικά σου τοιαύτα !).
Ο τόνος της μου θύμισε την Αμοργό του Γκάτσου, τον Ελύτη, τον Σολωμό, τον Κάλβο. 
Σε αυτήν την υψηλής πνοής ποίηση που κατέθεσες ( 32 ολόκληρα χρόνια μετά τον κορυφαίο « Θρήνο για τη Μητέρα μου » ) σκιρτά και πάλλεται η Ελλάδα ολοζώντανη με την αθωότητα και τις αμαρτίες της, με την τραγικότητα και την αυτοκαταστροφή της, με το  Πνεύμα και την Τέχνη της προπάντων και το φως της. 
Αυτό το φως που ασπαίρει και καταυγάζει φωτίζοντας το μικρό μας περίπατο πάνω της: 
                
                            «Μικρό μου πέρασμα
                                  από τούτο τον τόπο…»      
      
      Ο Αίολος μας φέρνει μια ποίηση γεμάτη μουσικότητα, ποίηση αινιγματική, προφητική, ταιριασμένη απόλυτα με το μυστήριο, τη γοητεία και το ήθος της Ελλάδας, πρωτεϊκής και αιώνιας, όπως μας έρχεται μέσα από τα χώματά της, που επιστρέφουν στα μάτια μας

                        « τα πρώτα μας κόκκαλα
                          Γερά κόκκαλα Γερά αγάλματα
                        και τα χρυσά στεφάνια της Βεργίνας».     
    
         Σε κάθε σελίδα του βιβλίου σου στίχοι απαράμιλλης ομορφιάς και καθαρής ποιητικής ύλης. 
Η μόνη ένστασή μου –συγχώρεσε με για την αυθάδεια –είναι που γίνεσαι αναλυτική και διδακτική κάπως σε λίγους στίχους στην πρώτη πρώτη σελίδα μετά το εξαίσιο δίστιχο της αρχής:

          « Κανείς δεν αγαπάει τα ερείπια
                    μα όταν είναι τα δικά σου πώς να φύγεις       
     
      Θα ήταν άχαρο εδώ να καταγράψω αποσπώντας από το περιβάλλον τους τους στίχους που μου άρεσαν και υπογράμμισα διακριτικά με μολυβάκι (παλιά συνήθεια…). 
Μου άρεσαν όλα τα ποιήματα αλλά μπαίνω στον πειρασμό να σου αναφέρω αυτά που εξακολουθητικά με μαγνητίζουν ολάκερα: ο  Ίκαρος, η Πυθία, ΕΔΩ!, Το Κύκνειο Άσμα, η Αναδυομένη, ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ, ο Αίολος και η  συνταρακτική Κασσάνδρα.
Την κομψότητα της έκδοσης και του εξωφύλλου που οφείλουμε στην Αγγελική Μπάκα την εξέφρασα ήδη από την πρώτη στιγμή που πήρα το βιβλίο σου στα χέρια μου.
   
       Σε ευχαριστώ λοιπόν για τον Αίολο και την ποίησή του. Ευχαριστώ εκ του μακρόθεν και τον ποιητή Αντώνη Φωστιέρη που μας γνώρισε τη μεγάλη άγνωστη Μαρία Καρδαρά, τόσα χρόνια δίπλα μας στο Κατσαρού Μεσσηνίας.
Δεν είσαι λοιπόν και εσύ  τρόπον τινά Αναδυομένη;
         Αυτή που έχει τη χαρά και τη χαρίζει
                                 η υπαρχτή και η ερχομένη
       Αυτή που ολοκληρώνεται στην έκσταση
                                             η Αναδυομένη.

Ευτυχώς σε γνωρίσαμε έστω και τώρα! 
Εύχομαι να μακροημερεύσεις και να ξεδιπλώσεις στα μάτια μας (για το δικό μας καλό) και άλλες εκλεκτές σελίδες της γνήσιας, ανόθευτης έμπνευσής σου και δια βίου θητείας σου στην Ποιητική Τέχνη.

Με βαθιά εκτίμηση στην ποίησή σου 
και την αγάπη μου 

Γιώτα Αργυροπούλου 

29.11.13

O Σετλά

Δημοσιεύτηκε Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013 13:00
στο diastixo.gr

της Μαρίας Καρδαρά
Από το σπίτι του Σετλά απλώνεις το χέρι σου και πιάνεις το βουνό. Άλλα σπίτια κει κοντά δεν είναι, παρά το σπίτι της θειας του της Κώσταινας, και τους χωρίζουν ένα χωράφι και δυο λαχανόκηποι, κάπου δυο στρέμματα τόπος.
Το βουνό δε βγάνει νερό και δεν έχει πηγές. Κοιμάται το νερό του βουνού και για να πίνουν νερό ο Σετλά και η μάνα του κατεβαίνουν στο χωριό και παίρνουν απ' το πηγάδι του χωριού, δέκα λεφτά δρόμος.
Και είναι ο δρόμος κατήφορος και τον κατεβαίνεις, ανήφορος και τον ανεβαίνεις.
«Να πας για νερό, Σετλά».
«Να πάου, μάνα».
Παίρνει το μπουγέλο και τη λαήνα ο Σετλά και πάει στο πηγάδι. Βγάνει νερό με το μπουγέλο και γιομίζει τη λαήνα του, γιομίζει και το μπουγέλο και είναι έτοιμος να φύγει, όταν ακούει την καμπάνα να βαρεί δυνατά και γρήγορα.
Κάποιο νέο θα μάθουν οι χωριάτες όταν βαρεί η καμπάνα τους έτσι γρήγορα και ο Σετλά δειλιάζει να πάει στην πλατεία και περιμένει στο πηγάδι μη και περάσει κανένας να μάθει το νέο.
«Σετλά, να 'ρθείς στην πλατεία», του είπε ο Γρηγόρης. «Μας παίρνουν στρατιώτες».
«Θα 'ρθώ», είπε ο Σετλά, αλλά δεν πάει. Πήρε το μπουγέλο του και τη λαήνα και πάει το νερό στο σπίτι του.
Ανεβαίνει στη Ραχούλα –έτσι λένε το μέρος όπου είναι το σπίτι του–, αφήνει το νερό και κατεβαίνει για την πλατεία. Σηκώνει το κασκέτο του, βάνει τα χέρια στις τσέπες και περπατεί καμαρωτά όπως ο Σταύρακας. Κατεβάζει το κασκέτο του, βγάνει τα χέρια από τις τσέπες, σκύβει το κεφάλι του και γίνεται πάλι ο Σετλά.
Στην πλατεία κοντά στον ευκάλυπτο είναι μαζωμένοι οι χωριάτες και ο Σετλά στέκεται στην άκρη. Κάνα δυο του είπαν «καλημέρα, Σετλά», είπε και ο Σετλά «καλημέρα».
Ο πρόεδρος του χωριού κρατεί έναν κατάλογο και φωνάζει τα ονόματα όσων είναι είκοσι χρονών. Και όποιος ακούει το όνομά του λέει «παρών». Τελευταίος στον κατάλογο είναι ο Σετλά και ο πρόεδρος φωνάζει: «Σετλά Ορεινόπουλος».
Ο Σετλά ακούει το όνομά του, πάει να μιλήσει, και δεν ξέρει τι λένε και σωπαίνει.
Ξαναφωνάζει ο πρόεδρος: «Σετλά Ορεινόπουλος».
«Εδώ είναι ο Σετλά, παρών», είπε ο Σταύρακας.
Στους εικοσάχρονους παρόντες βγάνει λόγο ένας λοχίας αλλά ο Σετλά είναι κοντός και δεν τον βλέπει και δεν ξέρει ποιος είναι ούτε πολυκαταλαβαίνει τι λέει.
«Έχω διαταγή», είπε ο λοχίας, «να μαζώνω τους εικοσάρηδες να πάνε στρατιώτες. Αρκετά μεγαλώσατε, μπορείτε να σκοτωθείτε. Η δουλειά που θα μάθετε είναι να σκοτώνουτε και να σκοτωνόσαστε. Προσέχτε! Θα σημαδεύουτε τον εχθρό στο μάτι. Ακούτε; Στο μάτι! Έτσι, δεν ξαστοχάει η σφαίρα και του το τρώτε το κρανίο. Προσοχή στον στόχο! Και ο στόχος, θα με ρωτήσουτε, ποιος είναι; Άνθρωπός τις...»
Ο Γιάννης είπε σιγανά: «Ρε Περικλή, ο στόχος άνθρωπός τις... η ανθρωπότη»;
«Ε ναι, άνθρωπός τις...» είπε ο Περικλής.
«Ένας ένας», είπε ο λοχίας, «να έρχεται να τον μετράω στο μπόι· θέλουμε παλικάρια για στρατιώτες...»
Με έναν σπάγγο μετράει το μπόι τους από τα πόδια μέχρι το κεφάλι και λέει «κάνεις» . Μετράει τον άλλο και ξαναλέει «κάνεις». Φτάνει και η σειρά του Σετλά, τον βλέπει ο λοχίας και βάνει τα γέλια. «Ρε κακομοίρη, μια χαψιά σε κάνει εσένα το κανόνι! Συ κάνεις μόνο για πολεμοφόδιο. Σε τυλίγω στο στουπί, σε βάνω στο κανόνι και βγαίνεις απ' την μπούκα του χαρτοπόλεμος!»
Τότε άρχισαν ούλοι να γελάνε και ο Σετλά καταλαβαίνει πως τον κοροϊδεύουν και δεν ξέρει τι να κάνει.
«Να πας στο σπίτι σου», είπε ο λοχίας, «δεν κάνεις για στρατιώτης». Μέσα στα γέλια πισωγυρίζει ο Σετλά, κονταίνει πιο πολύ και φεύγει. Και του λέει ο Στέφανος ο κατσαρομάλλης: «Α, ρε Σετλά πλουσιόπαιδο, που δεν πας στρατιώτης! Μόνο τα πλουσιόπαιδα, οι μεγαλοκληρονόμοι δεν πάνε στρατιώτες!...»
Ο Σετλά ούτε χαίρεται ούτε λυπάται που τον κοροϊδεύουν. Με τα κοντά ποδαράκια του τρέχει και φτάνει στη Ραχούλα.
«Έλα, Σετλά, να καθαρίσουμε τα λάχανα», του είπε η μάνα του.
«Έρχομαι, μάνα».
«Γιατί βαρεί η καμπάνα, Σετλά;»
«Είναι ένας ξένος και παίρνει τους εικοσάρηδες για στρατιώτες. Πόσων χρονώ είμαι, μάνα;»
«Όσο θέλει ο καιρός και είσαι...»
«Είμαι είκοσι χρονώ! Ο πρόεδρος φωνάζει τα ονόματα στην πλατεία και με έχουν γραμμένο...»
«Να λες δεν είσαι είκοσι χρονώ... Βρε κακοζάκανε Σετλά, στρατιώτη θα σε κάνω εσένα; Και ποιος θα φέρνει χορτάρια για τη γουρούνα και ποιος θα φέρνει ξύλα για τη φωτιά και με ποιον θα τινάζω τις ελιές μας;... Τους είπες είσαι είκοσι χρονώ;»
«Δεν είπα τίποτα».
«Βρε κακοζάκανε Σετλά, γιατί έχει τη γλώσσα ο άνθρωπος;»
«Τι να 'λεγα, μάνα;»
«Τι να 'λεγες; Δεν είσαι είκοσι και είσαι δέκα!»
«Μ' έχουν γραμμένο και είμαι είκοσι...»
«Να χαθούνε οι παλιογραφιάδες και να χάνουνται! Και δε ρωτάνε και έχω ψωμί και έχω αλάτι και με τι φαρμάκια σε μεγαλώνω. Δε σε στέλνω στρατιώτη!»
«Μάνα, δε με παίρνουνε στρατιώτη!»
«Γιατί δε σε παίρνουν;» ρώτησε θυμωμένη η μάνα του Σετλά.
Ο Σετλά σηκώθηκε και χοροπήδαγε. «Είμαι κοντός και αχαμνός και δε με παίρνουνε στρατιώτη! Είμαι κοντός και αχαμνός και δε με παίρνουνε στρατιώτη... Και μια χαψιά με κάνει το κανόνι, έτσι είπε κείνος ο ξένος...»
«Και τους άλλους τι τους κάνει το κανόνι; Τους χαϊδεύει το κανόνι; Χου χου, ας πάνε να τους χαϊδεύει το κανόνι...» είπε η Λιου. «Άναψε τη φωτιά, Σετλά, και βάλε νερό να βράσουμε τα λάχανα να φάμε. Και φέτος οι ελιές μας έχουν γιόμο και το λάδι της χρονιάς μας θα το βγάλουμε».
[...]

28.9.13

«ΕΤΕΡΟΝ ΟΥΔΕΝ»

Δημοσιεύτηκε Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013 11:27

«ΕΤΕΡΟΝ ΟΥΔΕΝ»της Μαρίας Καρδαρά

Όλα τα γράμματα που μας έστελνε η θεια μου τον τελευταίο καιρό τέλειωναν ίδια: «έτερον ουδέν». 
Ούτε το όνομά της έβανε ούτε τίποτα, «έτερον ουδέν». 
Η μάνα μου ρώτησε τον πατέρα μου τι διάβολος είναι αυτό το «έτερον ουδέν», αλλά κι εκείνος δεν ήξερε. 
«Πού να ξέρω;» της είπε. 
«Δε ρωτάς τον Δάσκαλο; Θα ξέρει… 
Πολλά τα ακατανόητα του κόσμου, ένα ακόμα τι βλάπτει; Ό,τι λέει, λέει», της είπε ο πατέρας μου. 
«Στην Αθήνα μπορεί να άλλαξαν όνομα στην αδερφή σου και να τη λένε Έτερον Ουδέν…» 
Η μάνα μου δεν ικανοποιήθηκε και όταν θα ερχόταν η αδερφή της στο χωριό, θα τη ρώταγε να μάθει.

Αλλά και η θεια μου δεν ήξερε τι σημαίνει «έτερον ουδέν ». Το έλεγε ο θειος μου κάπου είκοσι φορές τη μέρα και το ’μαθε κι εκείνη όπως μαθαίνεις κάτι σπουδαίο… 
Και μας το έγραφε να μας κάνει τη ρεκλάμα της – στην Αθήνα ξέρουν περισσότερα απ’ τους χωριάτες! 
Και η θεια μου έμενε στην Αθήνα δώδεκα χρόνια, σωστή Αθηναία.

Το σπίτι τους ήταν τρώγλη, βρόμαγε μούχλα και απόπατο. Μα στο χωριό χειρότερα, δεν είχαν στρέμμα. 
Έτσι, πήραν των ομματιών τους και έφυγαν για την πρωτεύουσα. 
Ο θειος μου έγινε νεκροθάφτης και η θεια μου καθαρίστρια του νεκροταφείου. 
Η μάνα μου το είχε ντροπή, τέτοια δουλειά η αδερφή της και ο γαμπρός της… 
Όμως δουλειά είναι κι αυτή, πού να βρεις και καλύτερη; 
Κάθε μέρα ο θειος μου στην πόρτα του νεκροταφείου στεκόταν και διάβαζε κάτι που ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα. 
Στην αρχή διάβασε συλλαβιστά: «έ-τε-ρον ου-δέν» και τόσο εντυπωσιάστηκε, που το έμαθε απ’ όξω· «έτερον ουδέν», το εύρημά του! 
Και όταν έθαβαν τον νεκρό και τον αποσκέπαζαν με χώμα έλεγε: «Έτερον ουδέν».

Ο θειος μου και η θεια μου είχαν δύο παιδιά, τη Μαρία και τον Τάκη. 
Η Μαρία πέθανε στα οχτώ της χρόνια από φυματίωση. 
Τι κλάματα κάναμε όλοι μας! 
Ήταν ακατανόητο να πεθαίνεις στην Αθήνα… 
Καλά, στο χωριό δεν έχεις γιατρό, μα στην Αθήνα να πεθαίνεις από πείνα; 
Μα πώς να γίνει; Πεθαίνεις παντού.

Πάνω στον τάφο της Μαρίας ο θειος μου έγραψε με χαλίκια «έτερον ουδέν». 
Ένας συνάδελφός του που τον είδε τον ρώτησε: 
«Τι γράφεις, Παναγιώτη;»
 Και του απαντάει ο θειος μου: 
«Διάβασε τι λένε τα χαλίκια». 
Διαβάζει ο άλλος «έτερον ουδέν» και δεν καταλαβαίνει. 
«Και τι είναι αυτό;» ξαναρωτάει τον θειο μου. 
Κι ο θειος μου του λέει: «Σοφό». 
«Και τι σχέση έχει ο τάφος με το σοφό; Σοφό είναι να ζεις», του λέει ο άλλος. 
Ο θειος μου πότισε τα λουλούδια και διάβασε ακόμα μια φορά: «Έτερον ουδέν». 
Και κάθε που τον ρώταγαν «Τι κάνεις, Παναγιώτη;» έλεγε «Έτερον ουδέν» και εννοούσε πως πέθανε η Μαρία. 
Έτσι το εξήγησε στη μάνα μου όταν τον ρώτησε και το μάθαμε κι εμείς οι άλλοι. 
Στραβά, ίσια; Ποιος τα ρωτάει αυτά; «Έτερον ουδέν».

Η Μαρία Καρδαρά γεννήθηκε στο Κατσαρού Μεσσηνίας. Σπούδασε στην Οδοντιατρική Σχολή της Αθήνας. Το 1981 εξέδωσε τη συλλογή Θρήνος για τη μητέρα μου. Ανέκδοτα ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Η λέξη. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην ανθολογία Τα ωραιότερα ποιήματα για τη μάνα(εκδ. Καστανιώτη), καθώς και στην Ανθολογία Θρησκευτικής Ποίησης του Σήφη Κόλλια. Υπάρχει μεγάλη ανέκδοτη λογοτεχνική εργασία.

21.7.13

Θρήνος για τη Μητέρα μου

Γνώρισα τον Άδη
όταν είδα
τη Μητέρα μου νεκρή
και τους λυγμούς μου
δεν αποστόμωσαν
κελαηδισμοί και ουρανός
ούτε η θνητή μου ύλη.
Ακούμπησα το θάνατο
μάγουλο με μάγουλο
όταν φίλησα τη Μητέρα μου νεκρή
και υδρία δακρύων
παντού ταπεινώθηκα
και με θρήνους μετρώ
τη ζωή μου.
Συντριμμένη και μόνη τον αέρα εστέναξα,
το νερό καταπίκρανα,
στο χιόνι μαρτύρησα το γάλα που ήπια.
Ό,τι αγαπάω είναι νεκρό.
Εγώ που το θάνατο
στον ύπνο εξέχασα
και το φθαρτό εσαρκώθηκα
και πολύ αγάπησα
και πολύ αναστέναξα
συντριμμένη και μόνη
σε κόσμο νεκρό περιφέρομαι
και στις άδειες κραυγές μου
λιγοψυχώ.
Και τη δύση μου
ο θάνατος νέκρωσε.
Να μη βλέπω ένα σύννεφο άσπρο
που γυρίζει στον κόσμο
τη σκιά της μητέρας μου ανώνυμη πια.


                          
Ώ , η φθορά του ήλιου-
η νεκρή Μητέρα μου!
Το παρήγορο φέγγος της θαλπωρής
την οδύνη του θανάτου περιβάλλεται.
Ώ, οι απελπισίες των ρόδων
μεγαλύτερες απ΄ τα εγκόσμια έργα
και πάρεργα.
Οι ιστορίες των λυγμών.
Ο ουρανός της φωτιάς
κατακαίγεται στην απότιστη ρίζα-
ο επόμενος θάνατος.
Ερημιά μου ο δρόμος!
Ερημιά μου τα δέντρα!
Ό,τι αγαπάω είναι νεκρό.
                          
Θα ματώσουν τα αναίμαχτα.
Θα συμπεριληφθούν στο θάνατο
οι Μητέρες και η δύναμη.
Αφήστε τις σωτηρίες -
το αθάνατο κάλλος της Μητέρας μου
πέθανε.
Μητέρα μου,
ας μην είχα γεννηθεί
από τη μαύρη πέτρα,
από την πίσσα νύχτα.
Όπου γεννιέσαι για να τρως
μια μπουκιά ψωμί
κλεμμένη
από το χέρι του χάρου.

                          
Αιώνια Μνήμη,
τα πρωτόγνωρα δάκρυα σου
δός μου,
να κλαίω τη Μητέρα μου,
τη μοναδική και την άφαντη…
Τα πρώτα σου δάκρυα
που το φως μέσα τίναξε
στων ανθρώπων τα μάτια
όταν είδαν το θάνατο άρνηση ζέστας.
Και τον κόσμο τον άκοσμο
μέσα τους πήραν,
τα φτερά των εντόμων
έσχατη γνώση
και έσχατη αλήθεια.
Αιώνια Μνήμη,
τα θλιβερότερα δάκρυα σου
δός μου
να κλαίω τη Μητέρα μου,
τη μοναδική και την άφαντη.
Τα πικρότερα δάκρυα
που ο ήλιος ποτέ
δεν τα ζέστανε
και φεγγάρι ποτέ
κοντά τους δε φτάνει

                          
Ώ, μη λέτε,
να μην κλαίω τη Μητέρα μου.
Οι μητέρες δε μετριούνται
με τα χρόνια,
με το γάλα με το ψωμί.
Μα, τι κλαίω για όνειρα
και χαμένες ελπίδες;
Τη ζωή που επέθανε,
τη νεκρή Μητέρα μου κλαίω.
Αιώνια μνήμη,
την καταχνιά και τα δάκρυα
δός μου,
να κλαίω τη Μητέρα μου.

Ώ, απουσία αβάσταχτη, απουσία Μητέρας!
…..
Πικραμένη, Μητέρα μου,
τη λύπη σου έπαιρνε η ζωή μου
και δεν ήξερα
πού είναι οι πεθαμένοι μας,
να πάω να σου τους φέρω.
Έμπαινε ο ουρανός στο σπίτι μας
και στα παράθυρα
και στο τραπέζι και στο γιούκο
έβρισκε μαύρο.
Λίμναζε το δάκρυ σου,
πίναν τα χελιδόνια
και χάναν την άνοιξη.
Και γω μεγάλωνα
και έλεγα, η νιότη μου δε φελάει,
αφού τα αδέρφια μου,
νέα και όμορφα πέθαναν.

                          
Νεκροστόλιζα την κούκλα μου
με φύλλα μεταξωτά,
την έκλαιγα και
την έθαβα στα βάτα.
Μετά την ανάσταινα,
τη φύσαγα στον ήλιο
και έβανα τη χρωματιστή
ομπρελλίτσα στο κεφάλι της
να μη μαυρίσει-την ομπρέλλα δεν την έθαβα,
οι νεκροί δε θέλουνε τίποτα.
Και η φωνή και η δροσιά τούς λειώνει.
Πίστευα την κούκλα μου αθάνατη.
Την άφηνα να την παίζουν
οι γάτες, τα σκυλιά και
τα αστέρια, πόδια έχεις, της είπα,
πήγαινε όπου θέλεις …
Κάποιο μεσημέρι,
μόλις πρόλαβα το γουρούνι
και δεν την κατάπιε,
την είχε όμως μασημένη-
μια κούκλα δράμα,
νεκρή επί σκηνής…
Κλαίγοντας, χτύπησα το ζο,
και πέταξα την κούκλα μου
στα φουσκιά.
Στο διάβολο! είπα,
που θα κλαίω για νεκρές κούκλες
και γιατί δεν έχω φτερά…
Δω υπάρχουν
πρωτόγονα χέρια,
πρωτόγονα μάτια
πρωτόγονες πατούσες
και πρωτόγονος θάνατος.
Μητέρα μου, παρουσία της ζωής,
έσπερνες τα γυρίσματα
του φεγγαριού
και φύτρωνε το χρυσό
και το πράσινο.
Το κορμί σου εβλάσταινε,
ανθισμένη, Μητέρα μου.
Στα χέρια σου ωρίμαζε
η καρδιά και το αύριο.
Η γης φύτρωνε στο περπάτημά σου,
σε ακολουθούσαν γεννήματα
και ελιές,
αμπέλια και φώτα.
Τα δέντρα που φύτεψες
σε λέγαν Μητέρα.
Οι κορφές τους έσκυβαν στην ποδιά σου
τις δροσιές και το θρόισμα.
Μητέρα μου,
όπου να ήσουνα
η φωνή σου ηχούσε τον κόσμο!
Η διαύγεια του λόγου σου,
οι τρομεροί θυμοί σου,
οι βροντερές βρισιές σου,
ανεβαίναν τον ουρανό
και ολοκληρώναν το Σύμπαν!
Εγώ, που έζησα στο ντόρο της φωνής σου,
τώρα δεν έχω μίλημα,
ούτε αντιμίλημα…
Στο ξεροπήγαδο της ερημιάς
μόνο τη σκοτεινιά
και το στεναγμό μου ακούω.
Σκουντουφλώντας μέσα μου,
σκουντουφλώντας γύρω μου,
η σιωπή σου.
                          
Μητέρα μου,
δε σε βρίσκω στις ελιές και στους δρόμους.
Από το σπόρο που έσπειρες
κόβω το ανθάκι,
το λειώνω στα χέρια μου
και η αφή μου πληγώνεται.
Απόκαμα,
να χτυπώ την απουσία σου με δάκρυα.
Και συ να μη με ξέρεις…
Πολυπαιδεμένη, Μητέρα μου,
ζύμωνες τα αστέρια
να αυγαταίνει το ψωμί μας.
Με την πούλια
άναβες το φούρνο
πάταγες τη λάμψη
και ανέβαινες στον ουρανό,
να ταΐσεις τα χαράματα
την πρώτη μπουκιά.
Μητέρα μου, σκόνη δεν καθόταν απάνω σου,
τον ήλιο και τον ουρανό
έδενες στη ζωή σου.

                          
Πικραμένη Μητέρα μου,
ο ύπνος σου στέναζε,
η μέρα σου στέναζε.
Κρυβόμουνα στα χορτάρια
και μάζωνα λουλούδια
να σου φέρω.
Λαμπρή μου μαυροφόρα!
καθόσουνα στο κεφαλόσκαλο
και έκλαιγες.
Σου έδινα τα λουλούδια
ούτε τα κοίταγες.
Με δακρυσμένο θυμό,
μου έλεγες,
πέτα τα ερμολούλουδα,
εμείς δεν έχουμε γιορτές.
Κι έλεγα μέσα μου,
Εγώ, σε έχω πάνου από γιορτάδες
και πάνου από χαρές…
Εγώ σε έχω μάνα!

                          
Ευωδιά της νερατζιάς,
πώς σε άφησα να πεθάνεις;
Την καρδιά μου σου άνοιξα
να κρυφτείς
και το αίμα μου κλαίει.
Ώ, Μητέρα μου,
εσύ που ήσουνα δυνατή
σα βοριάς και
γκρέμιζες τα χαλάσματα
να περνάει η άνοιξη,
στο θάνατο δεν αντιστάθηκες.
Δε φώναξες, δεν έκλαιγες…
Ήσυχα αποκοιμήθηκες
τον ύπνο το νεκρό.
Με το πικρό παράπονο
πως σ΄άφησα να πεθάνεις
και έμεινα ολομόναχη.
Μητέρα μου,
δεν έχω άλλη φωνή από το θρήνο μου.
Άλλη σιωπή.
Ας μη χτυπούν την πόρτα μας
με φώτα οι ημέρες.
Εμείς πεθάναμε,
δεν έχουμε χαρές.

19.7.13

Η Αναδυoμένη

Η μιλημένη μνήμη ο λόγος
άπονος μεταδότης
θυμάται μια γέννηση άλλη
 μια ωραία στιγμή
Απ τους αφρούς γεννήθηκε
η Καλλονή του Αρχιπελάγους
αυτή που στέργει και γοητεύει
Το κάλλος και ο Έρωτας
η Αναδυομένη
                         
Αυτή που πλάθει με τις θύελλες
το νέο πρόσωπό της,
αυτή που είναι η ατρόμητη
στην πάσα τρικυμία
Το πνεύμα της γλυκιάς πνοής
και η καρδιά των εραστών
η Αναδυομένη
                         
Αυτή που έχει τη χαρά και τη χαρίζει
η υπαρχτή και η ερχομένη
Αυτή που ολοκληρώνεται στην έκσταση
η Αναδυομένη
                          
Αυτή που ξέρει τα φιλιά
και τις τρελές αγάπες,
αυτή που τρέχει στις ακρογιαλιές
αφρολουσμένη και αγκαλιάζεται
Το κάλλος
Και ο έρωτας
η Αναδυομένη
                         
Η πιο γλυκιά των στεναγμών
η λατρευτή και η χαρισμένη
Αυτή που την ακολουθούν πουλιά
και οι φωνές της θάλασσας
Το τραγούδι των θεών

η Αναδυομένη