13.2.17

Κριτική από τη Φωτεινή Βασιλοπούλου


Από την ιστοσελίδα Φρέαρ με τίτλο:


Ακροβατώντας ανάμεσα στο σπαραχτικό και το σπαρταριστό – της Φωτεινής Βασιλοπούλου

February 12, 2017




Ω Μένανδρε και βίε, πότερος άρ’ υμών πότερον απεμιμήσατο;
Αριστοφάνης Βυζάντιος
Μαρία Καρδαρά, Ο Σετλά, μυθιστόρημα, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα 2015.
Η Μαρία Καρδαρά με γλώσσα ιδιότυπη, ζωηρή και ρέουσα διαφυλάσσει έναν θησαυρό λέξεων και ιδιωματισμών της μεσσηνιακής ντοπιολαλιάς στα 19 κεφάλαια του μυθιστορήματός της Ο Σετλά.
Σε ύφος και λόγο απλό, σχεδόν απλοϊκό, σαν να αρθρώνεται από τον ομώνυμο ήρωα, και τόνο χαμηλόφωνο, εξομολογητικό, ξετυλίγεται το νήμα της τριτοπρόσωπης αφήγησης ενός έργου, όπου διαγράφεται ανάγλυφα η τοιχογραφία μιας αγροτικής κοινότητας, ενός τόπου που μόνο στα όρια της φαντασίας μας μπορεί να τοποθετηθεί κι ενός καιρού άλλου, εκείνου της αθωότητας, όταν οι άνθρωποι ήταν καθαροί, αγνοί και απλοί σαν τα ζώα τους και τα στοιχεία της φύσης που τους περιέβαλλαν.
Στις σελίδες του Σετλά περιγράφονται ήθη κι έθιμα του λαϊκού πολιτισμού, όπως το προξενιό, η παντρειά, η προίκα και ο θάνατος, η κοινοτική ζωή και δράση, ο ανατρεπτικός χαρακτήρας της αλληλεγγύης και οι αξίες που υπάρχουν πίσω της, η εξουσία και τα πρόσωπά της, η πολιτεία, ο νόμος, το δικαστήριο, η φυλάκιση, η εξέγερση ενάντια στο άδικο.
Κυρίως, όμως, αυτό το έργο είναι ένα τραπέζι ανατομίας της αγνής, ανθρώπινης ψυχής, της οποίας αναπόσπαστα στοιχεία είναι η αδελφική αγάπη, ο αλτρουισμός, ο έρωτας, οι ανθρώπινες σχέσεις, όπως διαφαίνονται αδρά μέσα από τη περιγραφή της ζωής και των περιπετειών του λειψού, κακοζάκανου ήρωα με το παράξενο όνομα Σετλά.
Ο χαμηλής νοημοσύνης και περιορισμένων ικανοτήτων κύριος χαρακτήρας της ιστορίας, υπό τη συνεχή επίβλεψη της μάνας του, αποκτά υψηλή λειτουργικότητα καθώς μαγερεύει, σκάβει, σπέρνει, κουμανταρίζει τα ζωντανά του, δε θα πεθάνει από πείνα (σ. 21) και κατορθώνει να ξεπερνά τις τρικλοποδιές και τις δολοπλοκίες των συγχωριανών του, αφού γι’ αυτούς είναι ο χαζός του χωριού, ο αποδιοπομπαίος τράγος, απαραίτητος ωστόσο και αναγκαίο μέτρο σύγκρισης για να αναδειχτεί η αυτού μετριότης τους.
Ο Θύμιος νιώθει να κονταίνει και γίνεται κοντός όσο ο Σετλά. Και σα να ακούει κάποιον να τον κοροϊδεύει και να τον φωνάζει: “Σετλά!… Σετλά!… Θύμιο, είσαι Σετλά!” (σ.31).
Η Μαρία Καρδαρά σμιλεύει αριστοτεχνικά και δυναμικά και τους υπόλοιπους χαρακτήρες, που έχουν ρίξει βαθιές ρίζες, έχουν ορθώσει κορμό, και οι ιστορίες τους εγκιβωτισμένες στην κυρίως ιστορία, μπορούν να σταθούν αυτοτελώς.
Ιδιαίτερα λεπτοδουλεμένοι είναι οι χαρακτήρες και η ψυχολογία των γυναικών. Η μητριαρχική φιγούρα της Θύμιαινας, της πανέξυπνης, παντοδύναμης προξενήτρας, που ξέρει την κοινωνία καλύτερα από σπουδαγμένο και κινεί τα νήματα της ζωής των γύρω της, σκηνοθετώντας γάμους και δράματα, την ίδια την ιστορία. Η Στεφανία, που μυεί στον έρωτα τα άβγαλτα χωριατόπαιδα. Κυρίως, όμως η μάνα του Σετλά, η Λιου, που αναγκάστηκε από νωρίς να νιώσει την αδικία γερά στο πετσί της ξενοδουλεύοντας από πέντε χρονών ορφανό, αναπτύσσοντας έντονα το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, το οποίο μεταδίδει στον γιο της. Του είναι ψυχή τε και σώματι αφοσιωμένη και απολύτως απαραίτητη.
Θεια Θύμιαινα, είπε ο Σετλά, και πεθάνει η μάνα μου, μοναχός μου σκιάζουμαι. Η μάνα μου διώχνει τα τσακάλια και δε με τρώνε. Η μάνα μου σταματάει τη βροχή και δε με πνίγει. Η μάνα μου δένει το βοριά και δε με πετάει πίσω απ’ τα βουνά. Η μάνα μου φέρνει το ψωμί και με ταΐζει… (σ. 19). Του φέρνει το ψωμί ακόμα και μετά θάνατον, αφού τα ραμμένα στο σοπάνι τής ζακέτας της νομίσματα τον σώζουν από βέβαιη πείνα.
Όμως γερά ατσαλωμένος από την Καρδαρά είναι και ο αντιήρωας, ο Στυλιανός, ο σκοτωτής, ο εισπράχτορας των χρεωστούμενων, ο βιαστής, ο εκβιαστής, ο κλέφτης, αυτός που παίρνει με το έτσι θέλω ό,τι του γυαλίσει. Το θεριό, άντρας τριπλός, κανείς δεν τον παραβγαίνει ούτε τολμά να τα βάλει μαζί του.
Κανείς;
Μαρία Καρδαρά
Εκτός από τον Σετλά, πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα είναι ο απλός, απλοϊκός λόγος, που κατορθώνει να περιγράψει με ενάργεια και δυναμισμό τις σπαραχτικά αστείες περιπέτειες του Σετλά, τη δύναμη των χαρακτήρων σε καιρούς δίσεκτους και αναγκεμένους, είναι ικανός να ζωντανέψει άγνωστες και αναπάντεχες καταστάσεις, να περιγράψει το ανοίκειο, το αδιανόητο, ξυπνώντας εν υπνώσει συναισθήματά μας, να μας κάνει να ζηλέψουμε την ειλικρίνεια και την αθωότητα των ηρώων και να αναρωτηθούμε για την αλήθεια της υπόστασής τους.Όχι δα. Ο Σετλά είναι εκείνος που, με πέτρα του σκανδάλου μια γκαστρωμένη γουρούνα, θα ορθώσει το ανάστημά του, θα κατηγορηθεί για τον φόνο του και για αντίσταση ενάντια στην εξουσία κι έτσι θ’ αρχίσει να ξετυλίγεται το κουβάρι των περιπετειών του. Ο Σετλά, που μοιάζει να ξεπηδά από ένα ξέφωτο της λαϊκής παράδοσης, σαν ένας άλλος γενναίος ραφτάκος απ’ το παραμύθι των Γκριμ, ένας Δον Κιχώτης της ελεεινής μορφής, μετά από μια σειρά, παρεξηγήσεων και ανατροπών, κατορθώνει να φτάσει εκεί που όλοι οι άντρες ονειρεύονται, αλλά δεν πετυχαίνουν. Στο σπίτι των απολαύσεων, του έρωτα, ευνοούμενος στο πλευρό της όμορφης Σουσούνας. Κι όλα αυτά λίγο πριν γίνει ο πιο νέος ευεργέτης του χωριού, ένας ήρωας με το στανιό.
Άραγε υπήρξε ο Σετλά; Ήταν αληθινή η ιστορία του;
Η Σουσούνα διαισθανόταν πως ο Σετλά υπάρχει μέσα στον καθένα (σ. 146). Και αν καθρεφτιστεί η ψυχή του Σετλά και τ’ όνομά του στην πηγή που μόλις ανακάλυψε στο χτήμα του, θα δούμε πως όλοι εμείς οι ΣΕΤΛΑ -αν αναγραμματιστεί ΑΛΤΕΣ- μπορούμε να τολμήσουμε το άλμα, το αδιανόητο. Κι αν καταδυθούμε στη γραφή της Μαρίας Καρδαρά, να βιώσουμε το ονειρικό και να απολαύσουμε το σπαραχτικά αστείο μιας, πολύ πιθανόν, αληθινής ιστορίας, γιατί καμιά φαντασία και κανένας νους δεν μπορεί να επινοήσει και να διανοηθεί το αδιανόητο.

[Το παραπάνω κείμενο, σε παρόμοια μορφή, εκφωνήθηκε στην Καλαμάτα την Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016 στην αφιερωμένη στη μνήμη και το έργο της Μεσσήνιας ποιήτριας Μαρίας Καρδαρά λογοτεχνική βραδιά, που διοργανώθηκε από το Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Φωτογραφία: Νικόλαος Τομπάζης, Πλοία στο λιμάνι της Καλαμάτας (1958).]

Ο Σετλά ‒ της Μαρίας Καρδαρά (απόσπασμα)


Από την ιστοσελίδα Φρέαρ με τίτλο:
Ο Σετλά ‒ της Μαρίας Καρδαρά (απόσπασμα)

February 12, 2017


Δεν ήταν άλλη κεντήστρα σαν τη Στεφανή. Και πώς έρχονται και ξέρχονται τα πρόσωπα και η ζωή τους…
Η Στεφανή ήταν παντρεμένη με το Στάθη και έρχεται η πείνα και μ’ ένα σαπιοκάραβο έφυγε ο Στάθης για την Αμέρικα. Εκεί δουλεύει σε βαριά δουλειά, όπως ούλοι οι μετανάστες, γκρεμίζουν τα βουνά κι ανοίγουν δρόμους, σκάβουν τη γης και βγάνουν κάρβουνο και βλαστημάνε την ώρα και τη στιγμή. Και δε γράφει ο Στάθης πως κακοπερνάει και το ‘χει σε ντροπή να γυρίσει στην πατρίδα, γιατί είναι ακόμα με κασκέτο και ούτε καδένα φορεί, ούτε ερημιά. Μονάχα κάνει οικονομία και στέλνει το εισιτήριο της Στεφανής να πάει να τον ανταμώσει. Και δουλεύουνε μαζί, κάνουν περιουσία και γυρίζουν στην πατρίδα πλούσιοι και χορτάτοι.
Πάει η Στεφανή στην Αμερική και την πιάνει ο διάολος και ούτε ώρα δε θέλει να κάτσει στις τρώγλες του Σικάγου, άσε το κρύο.
«Πάμε να φύγουμε», λέει στο Στάθη, «κεντάω ένα σεντόνι, δουλεύεις και συ και ζούμε. Να φύγουμε απ’ τον αφορεσμένο τόπο!».
«Μένουμε δέκα χρόνια», της λέει ο άντρας της, «και μετά πάμε στην πατρίδα και δε δουλεύουμε άλλο».
Η Στεφανή ούτε ν’ ακούσει. «Εγώ δεν κάνω παιδιά στην ξενιτιά και πάμε να φύγουμε».
«Είμαστε παντρεμένοι, Στεφανή και καλά ή κακά πρέπει να ζήσουμε μαζί. Και συ μ’ αφήνεις και φεύγεις και ’γω δεν έτρωγα να μάσω λεφτά και να σε φέρω κοντά μου».
«Με πονούν τα πόδια μου», του λέει η Στεφανή «και νέα γυναίκα, θέλεις να πιαστώ και να μείνω στο κρεβάτι!»
«Αν φύγεις από μένα ούτε γραφή», της είπε ο Στάθης.
Η Στεφανή γύρισε στην πατρίδα χωρίς τον άντρα της και κένταγε σεντόνια και μαξιλάρια να ζήσει. Μα ο καημός του χωρισμού με τον άντρα της μεγαλώνει και νέα γυναίκα χωρίς άντρα δεν αντέχει. Το ρίχνει στο κρασί με τον καιρό και λησμονιέται. Την ημέρα κεντάει, τη νύχτα μεθάει, γελάει και κλαίει. Κι όταν έρχεται γιορτή δεν πιάνει τη βελόνα, πάει στα χωράφια και σκάβει και κοπιάζει το κορμί της να μη θυμάται. Το ίδιο κάνει στου άντρα της τη γιορτή.
Κινάει και πάει στο αμπέλι να κόψει σταφύλια και κόβει τα βάτα που φουντώνουν στις ελιές και δεν απλώνονται τα λιόπανα και έρχεται ο καιρός και μαζώνουν τις ελιές. Παίρνει το φαΐ της να φάει το μεσημέρι και ένα λαήνι κρασί. Κινάει για τ’ αμπέλι η Στεφανή, κοιτάει τον ουρανό• δεν έχει σύννεφα παρά κατά τη δύση πετάγεται ένα μαύρο, ένα άσπρο και είναι αλλαγμένος ο καιρός και κάτι έχει ο ήλιος και ο αέρας περισσότερο ή λιγότερο από χτες. Φαίνεται μαραζιάρης ο καιρός μπορεί και να βρέξει.
Είναι στενοχωρημένη η Στεφανή που ο άντρας της ξαναπαντρεύτηκε και έχασε κάθε ελπίδα του γυρισμού του. Οι χωριανοί της την κατηγοράνε, που άφησε τον άντρα της και βγάνει τα μάτια της με τη βελόνα να ζήσει. Και μαθαίνουν ο Στάθης είναι πλούσιος και πιο πολύ την κατηγοράνε, δεν κουμαντάρισε μυαλό και πήρε απόφαση βιαστική. Γυρεύουν τη Στεφανή να παντρευτεί και κείνη λέει όχι, μακριά απ΄το αγύριστο αντρικό κεφάλι.
Απ’ το πρωί κόβει βάτα και πάει μεσημέρι. Δεν αντέχει άλλο το κασσάρι, και κάθεται κάτω απ’ το ψηλότερο κλήμα. Στρώνει ένα παλιό σεντόνι και τρώει με στενοχώρια. Πίνει νερό και είναι χλιαρό από τον ήλιο, κοιτάει το λαήνι με το κρασί και λέει τζάμπα το ‘φερα .Και πίνω το βράδυ στο σπίτι και χαιρετάω τον άντρα μου για τη γιορτή του και κείνος άλλη παντρεύτηκε και με ξεχνάει. Και της έρχεται ένα δάκρυ ποτάμι και δε σταματάει. Πετάγεται η καρδιά της απ’ τ’ αναφιλητά και το στεναγμό και ξεραίνεται το στόμα της. Παίρνει το λαήνι να πιει μια στάλα, όχι πιο πολύ. Και την πιάνει δίψα και πίνει και διψάει. Πίνει ούλο το κρασί, ζαλίζεται και δεν κλαίει. Ξαπλώνει στο σεντόνι και ο νοτιάς την πλημμυράει ερωτική ορμόνη. Κουνιούνται τα φύλλα και ψιθυρίζουν και της φαίνεται πως κάποιος της μιλάει στ’ αυτί βαραίνει η σκέψη και ούλους τους άντρες του κόσμου θέλει να τους φιλήσει. Και μα τον έρωτα της μακρινής αγάπης…
Πιάνει μια σβήνα χώμα και φιλεί το χώμα. Και σαν μισοκαταλαβαίνει τι κάνει, πετάει το χώμα και φιλεί τα χέρια της και τα πόδια της και της έρχεται ένα γέλιο και σαν τη ζουρλή γελάει.
Περνάει το σοκάκι ο γείτονάς της ο Θανάσης, ακούει το γέλιο, «η Στεφανή θα είναι, ας μπω να πούμε καμμιά κουβέντα».
Ο Θανάσης ήθελε να παντρευτούν με τη Στεφανή, εκείνη προτίμησε το Στάθη, πήρε και κείνος την Αυγερινή. Η Αυγερινή ανασταίνει παιδιά, νύχτα σηκώνεται, μεσάνυχτα κοιμάται, ούτε ρόμπα δεν προλαβαίνει ν’ άλλάξει. Ενώ η Στεφανή είναι κεντήστρα και το φουστάνι της είναι καθαρό και το χέρι της τρυφερό και πιάνει το βελούδο.
Μπαίνει στο αμπέλι ο Θανάσης και ξεροβήχει να μην ξαφνιαστεί η Στεφανή και φοβηθεί. Ψάχνει τα κλήματα και τη βρίσκει πεσμένη ανάσκελα και μεθυσμένη και έχει κληματόφυλλο στο στόμα και το φιλεί και το δαγκώνει και πίνει τη στιφάδα του και την καταπίνει. Και πάλι την πιάνει το γέλιο κι ο μεθυσμένος άνθρωπος σαν το ζουρλό ό,τι θέλει κάνει.
Ο νοτιάς βαραίνει τα φύλλα και ανοίγουν πόρους να πιούνε τη βροχή και πέφτει ανάμεσα ουρανό και γης μια ησυχία και έρχεται η μπόρα. Γέρνει ο Θανάσης πλάι στη Στεφανή και κείνη δεν κατέχει. Βάνει το χέρι του γύρω στο κεφάλι της και τρέμει και δαύτος.
-Είσαι άρρωστη Στεφανή; Και θέλεις μένω και θέλεις φεύγω.
Η Στεφανή δεν του μιλάει γυρίζει πάνου του το κορμί της και τον αγκαλιάζει. Μια μεγάλη στάλα βροχή σκορπιέται στο πόδι της Στεφανής. Σκύβει ο Θανάσης και την πίνει. Γδύνει τη Στεφανή, γδύνεται και εκείνος και πέφτει αστραπή απάνου τους, πεθαίνουν αγκαλιασμένοι.
Η Στεφανή ανοίγει γούβα και χώνει το λαήνι και λέει «δεν ξαναπίνω».
-Αν μ’ αγαπάς Θανάση μού το λες και σε ανταμώνω.
-Είναι και η Αυγερινή και στα κρυφά θα σε βλέπω. Μισή καρδιά του σπιτιού μου Στεφανή και μισή και παραπάνου δική σου. Κι άλλη φορά δεν κόβεις βάτα και χαλάς τα χέρια σου και την καρδιά σου. Παίρνω τα χτήματά σου μισιακά και μπαίνω ελεύθερα στο σπίτι σου.
-Από το μυαλό μου δυστυχώ, του λέει η Στεφανή, και χωρίζω από τον άντρα μου. Και δεν περνάει η ζωή και θέλω τρυφερότη από άντρα. Και μεις είμαστε μαζί κι έτσι το φέρνει η ώρα και η στιγμή.
-Στεφανή προχωρείς μόνη σου και σε φτάνω.
Βρέχει ακόμα. Ανταμώνουν στο σταυροδρόμι και φτάνου μαζί στα σπίτια τους με τις κασσάρες στον ώμο.
H Στεφανή έχει αγαπητικό και είναι ευτυχισμένη. Κεντάει καινούργια σχέδια, βγάνει απ’ το μυαλό της πουλιά και λουλούδια. Κεντάει κι ένα δικό της σεντόνι και το βελόνι της ξομπλιάζει τον έρωτα με αμπελόφυλλα και σταφύλι. Bλέπει την τέχνη της ο Θανάσης και τη θαυμάζει και δε φεύγει η Στεφανή απ΄ την καρδιά του. Και η Στεφανή κεντάει το λόγο της και ούλα τα χρόνια τα ζει με το Θανάση. Αλλά ζωή και θάνατος… Είναι ανεβασμένος στην ελιά ο Θανάσης και τινάζει. Κάπως έκαμε και γλίστρησε, βαρεί το κεφάλι του στην πέτρα και μένει του τόπου.
Η Στεφανή παίρνει πάλι και πίνει. Μεθάει μέρα-νύχτα και δεν τη νοιάζει τι λένε. Πάει στο αμπέλι και περιμένει το Θανάση σαν κείνη την ημέρα. Και δεν τη νοιάζει και τη βρίσκει ο άλλος μεθυσμένη, κάνει ό,τι κάνει και την αφήνει και φεύγει. Και φτάνει και κάθεται σε κείνη την καλύβα στα χωράφια μοναχή της. Και της πηγαίνουν τα παιδαρέλια ψωμί και κρασί και τους μαθαίνει τον έρωτα.
[Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το μυθιστόρημα της Μαρίας Καρδαρά, Ο Σετλά, Ιδιωτική έκδοση, Αθήνα, 2015 και προσβάσιμο στον ιστότοπο: http://karthara.blogspot.gr/p/setl.html. Φωτογραφία: Dorothea Lange (1939).]

6.12.16

Από τη Λογοτεχνική Βραδιά εις Μνήμη Μαρίας Καρδαρά

 Δευτέρα, 05 Δεκεμβρίου 2016 17:18

Λογοτεχνική βραδιά για την ποιήτρια Μαρία Καρδαρά στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 Γράφτηκε από την  
Λογοτεχνική βραδιά για την ποιήτρια Μαρία Καρδαρά στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Ο μεστός λόγος της ποιήτριας κοινωνήθηκε με αισθαντικότητα και φρεσκάδα στο ακροατήριο μέσα από τα χείλη νέων, φοιτητών που αγαπούν και σπουδάζουν τη λογοτεχνία και μάγεψε τις καρδιές των παρισταμένων. Με απαγγελίες ποιημάτων και ανάγνωση πεζών, έδωσαν τον δικό τους τόνο στην εκδήλωση οι φοιτήτριες του Τμήματος Φιλολογίας Αρετή Αγγελή, Αναστασία Γρηγοράτου, Μαρίνα Ζέρβα, Κωνσταντίνα Καλογερίδη, Ειρήνη Τσέλλου και ο φοιτητής του Τ.Ι.Α.Δ.Π.Α. Κωνσταντίνος Μανδέλλος.
Ο Ορέστης Καραβάς επίκουρος καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, μίλησε για τη γνωριμία και την επαφή του με το έργο της ποιήτριας, τονίζοντας την οικολογική διάσταση της ποίησής της. 
Η Μαρία Μαργαρίτη απόφοιτη Μεταπτυχιακού Προγράμματος Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, παρουσίασε την ποιητική συλλογή «Θρήνος για τη μητέρα μου», την οποία διατρέχει η αρχετυπική παρουσία της Ελληνίδας αγρότισσας μάνας μεταφέροντας παράλληλα την εικόνα της ποιήτριας, όπως την είχε ζήσει στο Κατσαρού Μεσσηνίας.
Ο Κωνσταντίνος Κωστέας απόφοιτος του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, παρουσίασε στο κοινό την ποιητική συλλογή «Αίολος », παραλληλίζοντάς την με ένα μουσείο ελληνικότητας απ’ όπου ξεπηδούν αγάλματα θεών, κίονες, Καρυάτιδες και ζωοφόροι αναδεικνύοντας την Ελλάδα που νοσταλγούμε.
Για το σπαρταριστό μικρό μυθιστόρημα «Σετλά» -μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής- μίλησε η φιλόλογος Φωτεινή Βασιλοπούλου μεταπτυχιακή φοιτήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας του Τμήματος Φιλολογίας, ομοιάζοντάς το με τοιχογραφία της κοινωνίας της υπαίθρου παλαιότερων εποχών.
Την εκδήλωση επιμελήθηκε και συντόνισε η φιλόλογος και ποιήτρια Γιώτα Αργυροπούλου, η οποία γνώρισε την ποιήτρια και συνδέθηκε μαζί της, επισημαίνοντας ότι σε αυτό το έργο, το οποίο είναι πολύπλευρο και εν πολλοίς ανεξερεύνητο, δεν αξίζει η λήθη.
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο δήμαρχος Οιχαλίας κ. Σταθόπουλος, ο πρόεδρος της Τ.Κ. Κατσαρού κ. Σταυρόπουλος, ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Κατσαρού κ. Τράγος, ο πρόεδρος της Μεσσηνιακής Αμφικτιονίας κ. Μπαζίγος, ο πρόεδρος και μέλη της Ενωσης Μεσσηνίων Συγγραφέων, η σχολική σύμβουλος Φιλολόγων κ. Σταθοπούλου, η σχολική σύμβουλος Πληροφορικής κ. Σπάλα. 
Η εκδήλωση αυτή δίνει το έναυσμα για τη διάσωση, διερεύνηση και προβολή του άγνωστου εν γένει αλλά σημαντικού έργου της ποιήτριας Μαρίας Καρδαρά, μέρος του οποίου βρίσκεται αναρτημένο στο ιστολόγιο http://karthara.blogspot.gr/

30.11.16

Λογοτεχνική Βραδιά για το Έργο και τη Μνήμη της Ποιήτριας Μαρίας Καρδαρά

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
ΣΧΟΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

          Το Τμήμα Φιλολογίας του Παν/μίου Πελοποννήσου διοργανώνει λογοτεχνική βραδιά αφιερωμένη στο έργο και τη μνήμη της ποιήτριας Μαρίας Καρδαρά.



 H εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο Αμφιθέατρο της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών «Νικόλαος Πολίτης», την Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016 και ώρα 7.00 μ.μ.
         
       Συμμετέχουν οι φιλόλογοι:
                   Γιώτα Αργυροπούλου
                   Φωτεινή Βασιλοπούλου
                   Ορέστης Καραβάς
                   Κωνσταντίνος Κωστέας
                   Μαρία Μαργαρίτη
        
      Αποσπάσματα από το έργο της θα διαβάσουν φοιτητές από τη θεατρική ομάδα της Σχολής. 

15.11.16

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ



Στον Ορέστη Καραβά

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
κληρονομιά η ραδιενέργεια
            ΡΟΜΠΟΤ ΤΡΑΒΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Ον μέγεθος μας βλέπει σε μέγεθος μύγας
ή μέγεθος μηδέν.
Δεν είναι ον σίδερο. Φορεί φακούς
των ελαχίστων.
Ο διαλυμένος απορεί που δεν μας βλέπει
πιο μικρούς ή δεν μας βλέπει.
Και αυτός ο κλειδωμένος σε στολή
από ατσάλι
τόσο βαρύς στα νέφη.
Κάμε πέρα τη σιδερόφραχτη στολή
τη μάσκα με την προβοσκίδα.
Ποιο το τρελό;
Να μην ήξερες ζούσες
και να ήξερες πέθαινες.
Ερευνητές πυρηνικοί
και σκοτωτές
αηδιάσαμε τον από μίμηση θάνατο.
Τρέχουν τα δέντρα
χάνονται.
Ο ίσκιος τους κυλάει
στο σκοτάδι
ρέει ο αφανισμός.
Αναδύονται τα υποχθόνια.
Τα κόκαλα γυρίζουν αδειανά.
Οι σκελετοί κρατούν στα χέρια
τα κρανία τους.
Οι σκελετοί πετάνε τα κρανία τους
στον ύπνο των πυρηνικών.
Φτου! τους λένε φτου!
δεν έφκιασαν ούτε μια μαργαρίτα
ζωντανή και παίρνουν τα βραβεία
αυτοίνοι που σκοτώνουν τη ζωή.
Ένα αυγό τσακίζεται στο σκότος
χύνεται το ασπράδι και ο κρόκος
στον φαρμακωμένο κόσμο.
Ρομπότ τράβα φωτογραφίες!!
Φωτογραφίες!! φωτογραφίες!!
                                                (πριν χρόνια)



ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
κληρονομιά η ραδιενέργεια
ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ!
Νεβάδα, Χιροσίμα, Ναγκασάκι, Τσερνόμπιλ,
και τα κρυφά θανατηφόρα τοκογλύφων και κερδοσκόπων.

            ΟΥΚ ΑΝΕΥ ΠΛΕΟΝ ΟΥΚ ΑΝΕΥ

Περίκαλλε ήλιε,
η εξουσία ζητάει την ανοχή μας.
Συνεχίζουμε την ανοχή μας.
Εμείς οι φυσιολάτρες οι επιφανείς
των πελμάτων
κοπάδι είμαστε και πάμε στην πυρά.
Αν η πυρηνική μας εποχή
δεν είναι ο ευτελισμός της επιστήμης
αν ο χαλασμός του νερού, του ουρανού
και του αέρα
δεν είναι η αρχή των μίζερων αιώνων,
ο δράκος ήταν το στοιχειό;
Ουκ άνευ πλέον - ουκ άνευ.
Πυρηνικοί απελπισμένοι
τέρατα δίχως μέση
με την παράλυτη στον ώμο.
Με την παράλυση.
Ποιος ξέρει πια τι χάνει με τον ύπνο...
Ποιος ξέρει πια τι χάνει με τον θάνατο.
Δυσεύρετοι νεκροί!
                                                (πριν χρόνια)


            ΑΠΝΟΙΑ
ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
ΑΙΩΝΕΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΣ

Η περιπέτεια των πουλιών:
δεν κελαηδάνε σκοτωμένα τα πουλιά.
Στις ακτές των ωκεανών
τα πουλιά των κυμάτων
τα έλουσε μαύρη σκιά το μαζούτ.
Κόλλησαν τα λιωμένα φτερά,
τα πουλιά θαμμένα ζωντανά
οι κραυγές τους ταράζουν
τους πνιγμένους, σε αυτούς που περπατάνε
τυφλοί στους βυθούς και κλαίνε.
ΚΟΙΝΟΣ ΤΑΦΟΣ Η ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ
Οι παντός είδους δουλέμποροι
πνίγουν τους πρόσφυγες. Καΐκια - πλοία
με φορτία θανάτου.
Τους έθαψαν ζωντανούς στα βάθη.
Λίγο ακόμα θα πνιγή και το νερό.
Κακές ειδήσεις ο πηχτός αέρας.
ΑΠΝΟΙΑ!
Μαραίνονται τα δέντρα.
Οι ρύποι σκοτεινιάζουν το φως.
Ω, Δόκτορες!
Ω, Ερυσίχθονες!
ΑΙΔΩΣ!
                                                9 - 2015


ΣΩΣΕ ΤΟ ΝΕΡΟ

Ω, Μήστρα!
μεταμόρφωσε αυτή την τερατώδη
αρχιτεκτονική,
αυτόν τον όγκο - σπίτι που τσακίζει
την θέα και τις καρδιές,
ω, Μήστρα!
σε σπίτια όμορφα πολιτισμού
και του ευ ζην.
Ω, Μήστρα!
Ω, Μήστρα!
μεταμόρφωσε αυτούς τους όγκους
των θαλασσών,
τα τερατώδη πλοία
σε μικρά καραβάκια που αγκαλιάζουν
τα κύματα.
Ω, Μήστρα!
σώσε τα παγόβουνα. Μεταμόρφωσε
τις πέτρες
σε πηγές.
Βγάλε νερό από την πέτρα.
Ω, Μήστρα σώσε το νερό.

                                                9 - 2015

13.11.16

Τρία Ποιήματα

Δημοσιεύτηκε 16 Ιουνίου 2015  στο Περιοδικό ΔΙΑΣΤΙΧΟ



ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ
Γλυκό μου πρόσωπο πολυαγαπημένο αβοήθητο
στις αλλεπάλληλες ριπές
και τα ραγδαία γεγονότα
σε κόβουν κομμάτια
τρέχεις αιμόφυρτος
και πέφτεις στο τραπέζι των θεών
στρωμένο για το δείπνο
έτοιμοι όλοι
για το μακάβριο θέαμα.
Σαν άνθρωπος δεν αντέχω
ούτε σαν άλλο ζο.

ΑΝΤΕΧΩ
Από πόνο μεγάλο υποθάλπω άχωρον χθόνα
με τριαντάφυλλου μύρο
και συνέρχομαι σα βουή
σε όλους τους τόπους τους μακρινούς
και τους ξεχασμένους
και αντέχω
αντέχω με άνοια
την τραγική συνείδηση του όντος
αντέχω την ορφική φιλομάθεια
να πω τ’ όνομά σου
και το χέρι του σκελετού
μου κλείνει το στόμα.
ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΠΥΡΑ
Η αγχώδης αναμονή των λαών
η αρπαγή της φωτιάς με τα όπλα
υψωμένος βωμός ο μαύρος χρυσός
στις σπηλιές του χύνεται αίμα
κι ενώ συνεχίζεται του πολέμου
το βάρβαρο δόγμα
φανατικοί απαιτούν
ακόμα μια πυρά για τον Σαβαναρόλα
με κάποια σφίξη της διαφώτισης μαθαίνω.

Κριτική Αντώνη Φωστιέρη

Περιοδικό Λέξη Τεύχος18 
Μαρία Καρδάρα: «Θρήνος για τη μητέ­ρα μου». Αθήνα, 1981.

Θάνατος είναι η ακαριαία και οριστική ακύρωση κάθε πιθανότητας. Η  οδύνη που προέρχεται από την απώλεια ενός προσώπου εντείνεται και κορυ­φώνεται από την (αστραπιαία) συνειδητοποίηση πως η απώλεια αυτή δεν είναι γεγονός του παρόν­τος, αλλά αφορά — με τρόπο ακαταμάχητο — το μέλλον σ όλο του το φάσμα: η απουσία μπορεί να γίνει στο εξής διαρκώς παρούσα, και μάλιστα η ύπαρξή της μπορεί τώρα να είναι ακόμα πιο αισθη­τή και πολυσήμαντη, καθώς η κάθε στιγμή γίνε­ται το εκτροφείο άπειρων ταυτόχρονα υποθετικών πιθανοτήτων και δυνατοτήτων — άκυρων όμως και ανίσχυρων να επαληθευτούν στη θλιβερή σκηνούλα της πραγματικότητας.
Αλλά και η ποίηση, τί περισσότερο (ή τί λιγό­τερο) είναι, παρά πλασματική βίωση (και όχι, πο­τέ, αναβίωση) κάποιων δυνατοτήτων, που η ίδια η πραγματικότητα δείχνει έτοιμη με χλευασμό να ακυρώσει; Και, αν ο θρήνος είναι η ενστικτώδης, όσο και ανώφελη, αντίδραση μπροστά στο αδήριτο του βιολογικού θανάτου, έτσι και η ποίηση (όποια κι αν είναι η θεματική της ή οι τόνοι της φωνής της) είναι πάντα η απελπισμένη αντίδραση μπρο­στά σ έναν άλλο, αόρατο — αλλά και τόσο ορατό —, εσωτερικό θάνατο.

Ο «Θρήνος για τη μητέρα μου» της Μαρίας Καρδάρα εκδόθηκε μέσα στο 1981 και, απ όσο του­λάχιστο ξέρω, ειν' ένα βιβλίο που πέρασε εντελώς απαρατήρητο. Άλλωστε, σε πρώτη ματιά, έχει όλα τα «προσόντα» για κάτι τέτοιο: μια μικρή πλακέτα 48 σελίδων, με «επαρχιακή» εμφάνιση, άχρωμο εξώφυλλο, χωρίς τα διάσημα κανενός εκ­δοτικού οίκου, κι ακόμα, μ ένα τίτλο τόσο περιορι­στικό και σχεδόν απωθητικά αφελή στην εντιμό­τητά του όπως περιοριστική και αφελής μπορεί να φαίνεται και η πρόταξη της ολοσέλιδης φωτογραφίας της χαμένης μάνας, με το τσεμπέρι της και το επίσημό της ύφος — μια από κείνες τις κλασικές φωτογραφίες που ρετουσαρισμένες άτεχνα και κορνιζαρισμένες, συναντάμε συχνά στο σαλονάκι των χωριάτικων σπιτιών. Κι όμως, σε τούτα τα κακοτυπωμένα χοντρά φύλλα του βιβλίου της Μ.Κ. βρίσκεται χυμένη μια μεγάλη μάζα ποίησης — πολύ μεγαλύτερη απ όση σε πάμπολλα βιβλία γνωστών και δόκιμων...
Το επίτευγμα της δεν οφείλεται βέβαια στην πρωτοτυπία της έμπνευσής της – η ελεγεία είναι το αρχαιότερο είδος ποιητικού λόγου και εκείνο με την πλουσιότερη σοδειά στους αιώνες. (Παρόλ αυτά, αξίζει να προσέξουμε πως, μολο­νότι η προαποβίωση των γονιών είναι ο συντριπτι­κός κανόνας, στην ποίηση φαίνεται να υπερτερούν οι θρηνητικές ωδές γονιών για το θάνατο των παι­διών τους, είτε αυτές πηγάζουν από εμπειρία δρά­ματος προσωπικού — όπως είναι λ.χ. η περίπτωση του Παλαμά, του Ζαλοκώστα, της Μυρτιώτισσας —, είτε από θρησκευτικά ή ιστορικά γεγονότα — ας θυμηθούμε πρόχειρα τους «Πόνους τής Πανα­γιάς» τού Βάρναλη ή τον «Επιτάφιο» τού Ρίτσου —, για να μην αναφερθούμε καν στο δημοτικό τρα­γούδι, όπου το μοιρολόι της μάνας υπερκαλύπτει κάβε άλλη οιμωγή).
Ο «θρήνος για τη μητέρα μου» είναι το ανά­πτυγμα του πρωτογόνου ωχ μπροστά στο συγκεκρι­μένο θάνατο, στο συγκεκριμένο νεκρό, στη συγκε­κριμένη μάνα- έτσι, ξεκινώντας από ένα στέρεο και αμετακίνητο βιωματικό πυρήνα, ο στίχος κου­βαλάει όλη τη θέρμη της παραφοράς αλλά, πιο πολύ, την αίσθηση της ερήμωσης, τον κρύο αέρα του ίδιου του θανάτου: αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία κι αυτό που ανάγλυφα προβάλλεται είναι η ολική έκλειψη του αγαπημένου προσώπου, όχι η συγκίνηση που προκαλεί στους εναπομείναντες. Η ανενδοίαστη απεικόνιση του καθαρού αισθήματος φτάνει εδώ σε μια έκφραση «αντι-αισθηματική» και αντιλυρική, εγκυμονεί — και γεννά — ένα λόγο σπάνιας διανοητικότητας.

Απαθής των κτηνών η διασκέδαση,
των θυμάτων η νόηση
μέχρι κει
που την κόβουν τα δόντια.
Τα νερά
περιβάλλουν τα κήτη,
ουρανοί
περιβάλλουν τα όρνια.
Διψάνε και πίνουν
του ματιού τους το αίμα.
Ο αέρας ο διάφανος
εκκολάπτει κρυφά
το πρωτόγονο ωχ,
με βρωμιές και αρώματα.
Το φως εμποδίζει
των νεκρών την επίσκεψη.

  Η παραληρηματική φορά του ποιήματος (για­τί, στην πραγματικότητα, ολόκληρο το βιβλίο ειν ένα μονοκόμματο ποίημα, όσο κι αν η μορφή του μπορεί να το δείχνει σα σύνθεση) αντισταθμίζε­ται από την ενστικτώδη αποφυγή κάθε περιττού διακοσμητικού στοιχείου, κάθε ανώφελου, κωμικο­τραγικού μελοδραματισμού.
Μίλησα παραπάνω για ελεγεία - όμως, ο βημα­τισμός της ποίησης της Μ.Κ. ανακαλεί περισσό­τερο στη μνήμη ήχους από κομμό αρχαίας τραγω­δίας ή, άλλοτε πάλι, την αυστηρή γλώσσα εγκω­μίων εκκλησιαστικών. Η δωρική λιτότητα του ύφους και η ακρίβεια του παρακολουθούν πιστά τις παλινδρομήσεις ενός εκκρεμούς που κυμαίνεται από την εξουθένωση της ταπείνωσης («Εγώ η Μη­δέν/που με σβήνει η άπνοια/καί την αίσθηση χά­νω,/σε κόσμο νεκρό περιφέρομαι») ως την οργή και την βλασφημία Άτρωτος λόγος δεν είναι;/άστον να χτυπιέται και να πατιέται./Θεός δεν είναι;/ άστον να πεθάνει!»), από την πλήρη παραίτηση («Ας μη χτυπούν την πόρτα μας/με φώτα οι ημέ­ρες») ως τη δίψα του θαύματος θα τρελαθώ να σ' αναστήσω!/θα είσαι βελανιδιά/και θα σε λέω Μητέρα»). Οι εφιαλτικές φαντασιώσεις που προ­καλεί η ανυπόφορη ένταση του πόνου αποτυπώνον­ται εδώ με την πειθώ του πραγματικού συμβάντος, υπερβαίνοντας την «καλολογική» χρήση της με­ταφοράς. Οι συμβολικές εικόνες, οι παρομοιώσεις, οι προσωποποιήσεις, ακόμα και οι υπερβολές, είναι τόσο διάφανες, ώστε η λειτουργικότητα τους υπα­κούει μάλλον σ' ένα πάθος καταγραφής παρά σέ κά­ποιους αορίστους κανόνες αισθητικής τελείωσης. Και όλο άλλωστε το ποίημα στοχεύει μάλλον στην προβολή μιας αλήθειας παρά ενός κάλλους.

Οι νεκρώσιμες ακολουθίες
των φυτών
πρόβαλαν
από ραγισμένους τοίχους,
έσταζε μούχλα το έλεος
του πρόσκαιρου
ή τού αναπόφευκτου.
Τα σκοτεινότερα ηχεία
«η γαλήνη του θανάτου,
η γαλήνη του τάφου»
ήχησαν για τα ζώα.
Τα σφαγμένα παγώνια
φώναζαν απελπισμένα.
Τα πολύχρωμα φτερά τους
τίναζαν ήχους από αίμα
αποκλειστικά αθώους.
Οι σύγχρονοι ήχοι
έκοβαν τίς ρίζες τους
ψηλότερα,
ένα είδος λαμπερής αφάνειας.

   Εκείνο που κυρίως θέλω να επισημάνω στην περίπτωση αυτού του βιβλίου (που δεν ξέρω καν αν είναι το πρώτο της Μ.Κ. ή αν έχουν προηγηθεί κι άλλα που την ύπαρξη τους αγνοώ) είναι η κατά­χτηση μιας γλώσσας καθαρά ποιητικής, που φαί­νεται να μην την έχει προσβάλει καθόλου ο σκόρος της φιλολογικότητας και της ναρκισσιστικής λεξι-θηρίας, αλλά και που ταυτόχρονα ξεπερνάει τον κίνδυνο της περιγραφικής της χρήσης, κίνδυνο κε­φαλαιώδη. Όταν έχεις να κάνεις μ ένα τέτοιο δυνατό πάθος «Ιδιωτικής χρήσεως», δύσκολο να το περά­σεις σαν κλίμα στον αμέτοχο αναγνώστη. Η Μ.Κ. κατέχει μια ειδική ικανότητα σωστής «ψύχρανσης» και «σκλήρυνσης» του διάπυρου υλικού της, με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να το σμιλέψει σε έργο τέχνης. Δύσκολα θα μπορούσαμε, μέσα στο σύνολο της σύγχρονης «υπαρξιακής» ή «ουσια­στικής» — αλλά και αφόρητα «λόγιας» στο μεγα­λύτερο της μέρος — ποίησης, να ξεχωρίσουμε πολ­λά κομμάτια τόσο πειστικά και αφοπλιστικά ειλικρινή, όπως είναι ο «θρήνος» της Μ.Κ. Ίσως μια τέτοια διαπίστωση να φαίνεται υπερβολική και άδικη στη γενικότητα της. Όμως είναι λίγες, ελάχιστες, οι φορές που συναντάμε λόγο νοηματι­κά κατορθωμένο, με εκτινάξεις οντολογικής υπέρ­βασης, με πυκνώματα αποφθεγματικά, κι αυτά όλα, όχι να φυτρώνουνε λειχήνες στο βράχο ενός άνυδρου εγκεφαλισμού, αλλά να τα ποτίζει ένα αί­σθημα πλούσιο, δίχως αναστολές και φράγματα τεχνητά.

Αντώνης Φωστιέρης